📱

Get Our Mobile App

Take your business learning on the go!

Download on the App StoreGet it on Google Play

Γέροντας Εφραίμ Αριζόνας: Όσα έζησα

Geron Nektarios37:18

Transcription

Αγαπητοί μου φίλοι και αδελφοί, χαίρετε!

Ευρισκόμεθα σήμερα εδώ στο χώρο της Ιεράς Μονής των Αγίων Αυγουστίνου και Σεραφείμ του Σάρωφ, στο Τρίκορφο Φωκίδος, και επικοινωνούμε μαζί με εσάς όπως πάντα μέσα από το κανάλι «Geron Nektarios». Θα ήθελα να εκφράσω τις ευχαριστίες μου, διότι εκδηλώνεται παντιοτρόπως και σας ευχαριστώ πολύ για την αγάπη σας προς το ταπεινό μου πρόσωπο. Πολλές φορές τα μηνύματά σας, οι εκδηλώσεις της αγάπης σας υπερβαίνουν κάθε όριο. Αυτό είναι η αλήθεια ότι χαροποιεί την καρδιά μου, χαροποιεί την ψυχή μου για την αγάπη που μου δείχνετε.

Αλλά, όμως, όπως εδώ έχω δύο μικρά παιδάκια τα οποία έρχονται κάθε Κυριακή στο Ιερό, τον Νεκτάριο και τον Παντελή, κι όταν τους ρωτάω: «Αγαπάτε τον Γέροντα;», μου λέει: «Αγαπάμε πρώτα το Θεό, τον Χριστό μας και μετά το Γέροντα, και μετά το μπαμπά και τη μαμά... και τ' αδελφάκια μας». Είναι μια πολυμελής οικογένεια με δέκα άτομα. Κι αυτά τα παιδάκια, ο Παντελεήμων και ο Νεκτάριος, είναι οκτώ ή εννιά ετών και κάθε Κυριακή ευρίσκονται μέσα στο Ιερό. Έτσι, λοιπόν, και εσείς θέλω ν' αγαπάτε πάντ' απ' όλα το Χριστό μας, τον εν Τριάδι Θεό μας, την Υπεραγία Θεοτόκο, τους Αγίους μας και μετά, ναι. Ν' αγαπάτε και την ταπεινότητά μου. Κι εγώ σας αγαπώ και προσεύχομαι για σας κι ως αντάλλαγμα ζητάω απ' το Θεό γι' αυτή την αγάπη που δείχνετε, τόσο προς το πρόσωπό μου, προς τους μοναχούς μου, προς το μοναστήρι, προς το κανάλι μας, γονατίζω κάθε φορά και παρακαλάω τον Κύριό μας να δίδει σε όλους σας. Πρώτ' απ' όλα την πνευματική σωτηρία, να σώσει τις ψυχές σας. Μετά να σας δίνει την υγεία σας, την υγεία της ψυχής και του σώματός σας. Να σας χαρίσει ό,τι ποθεί ο καθένας και είναι ευλογημένο και άγιο απ' το Θεό. Έτσι γονατιστός όπως προσεύχομαι, υψώνοντας τα χέρια μου προς τον ουρανό, παρακαλώ τον Κύριο για όλους εσάς. Αυτό να κάνετε και εσείς για μένα λέγοντας: «Μνήσθητι, Κύριε, Νεκταρίου Ιερομονάχου και της συνοδείας αυτού».

Εδώ μπροστά μου βλέπετε, έχω ένα άλμπουμ φωτογραφικό. Είναι ένα σπάνιο άλμπουμ με ανέκδοτες φωτογραφίες ενός Αγίου των ημερών μας τον οποίον ευδόκισε ο Άγιος Θεός και τον γνώρισα, τόσο στη Μονή Φιλοθέου όσο και στο μοναστήρι του στην Αριζόνα. Ομιλώ για την οσία και αγία μορφή του μεγάλου Γέροντος Εφραίμ του Αριζονίτη ή του Φιλοθεΐτη όπως τον είχα γνωρίσει. Γνωρίζοντας πνευματικά παιδιά του Γέροντα, την αγάπη που το μοναστήρι μας και εγώ προσωπικά εκ νεότητός μου έχω προς το άγιο πρόσωπο του Πατρός Εφραίμ του κεκοιμημένου πλέον –ευρίσκεται στην αγκαλιά του Θεού εν μέσω των Αγίων–, μου πρόσφεραν αυτό το άλμπουμ που έχει, όπως θα δείτε, φωτογραφίες του Γέροντα Εφραίμ, ανέκδοτες, πάρα πολλές φωτογραφίες οι οποίες δεν έχουν κυκλοφορήσει ποτέ και πουθενά... από τα νιάτα του. Και είμαι ευγνώμων σ' αυτούς που το έκαναν δώρο προς το μοναστήρι μας. Τους ευγνωμονώ και τους ευχαριστώ.

Γι' αυτό το πρόσωπο θα σας μιλήσω σήμερα. Το πώς η ταπεινότητά μου αρχάς δεκαετίας του '80 τον γνώρισα και με επηρέασε πάρα πολύ προς τον μοναχισμό. Ήταν πράγματι μια ψυχή που ήλκιε κοντά του τις άλλες ψυχές που τον πλησίαζαν. Έλεγε ο Άγιος Πορφύριος, με τον οποίον συνδεόμουνα πάρα πολύ –ιδιαίτερα πήγαινα ως νεαρός, όταν ήταν εκεί στο ησυχαστήριο, που είναι τώρα, στη Μαλακάσα. Εκεί, λοιπόν, έβλεπα το Γέροντα και έλεγε ο Γέροντας συχνά: «Αλίμονο, εάν ο κόσμος σου βγάλει το όνομα ότι είσαι άγιος. Αν σου βγει το όνομα, ότι είσαι άγιος, δεν θα ηρεμήσεις ποτέ. Όλο θα σε επισκέπτονται και θα σε επισκέπτονται και θα ζητούν τις προσευχές σου, να τους σταυρώσεις και ούτω καθεξής. Και πράγματι τ' όνομα του Πατρός Πορφυρίου, νυν Αγίου Πορφυρίου, πιστεύαμε από τότε που ήταν στη ζωή, αν και είχε εχθρούς πολλούς και τον πολεμούσανε, διότι είχε μεγάλο διορατικό και προφητικό χάρισμα. Αλλά πολλοί που δεν τον πιστεύαν, λέγανε βλάσφημα λόγια κι ότι αυτά όλα προέρχονται εκ του δαίμονος. Από ζήλια και φθόνο, διότι οι ίδιοι δεν είχαν αυτά τα χαρίσματα που είχε ο Πατήρ Πορφύριος. Αλλά ο Πατήρ Πορφύριος δεν τον άγγιζαν τα όσα έλεγαν οι εχθροί του. Τελικά, αποδείχτηκε μεγάλη μορφή και πολύ σωστά το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο τον κατέταξε και επισήμως μέσα στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας μας.

Έτσι λοιπόν κι εκείνα τα χρόνια εμείς σαν νέοι ακούγαμε ότι υπάρχει ένας άγιος Γέροντας παρότι είναι νεαρός στην ηλικία, είναι ο Πατήρ Εφραίμ, ο Ηγούμενος της Μονής Φιλοθέου. Έτσι ξεκίνησα κι εγώ νεαρός Διάκονος τότε να τον συναντήσω... για πρώτη φορά. Τον επισκέπτομαι στο μοναστήρι της Μονής Φιλοθέου το 1981, πρέπει να 'ταν, ή '82. Με μεγάλη αγάπη, με μεγάλη χαρά, με μεγάλη φιλοξενία μας δέχτηκαν οι Πατέρες εκεί στη μονή. Κόσμος να! Οι μοναχοί όλοι νεαροί. Όταν ρώτησα το Γέροντα πότε μπορούμε να τον δούμε, μου είπαν ότι ο Γέροντας ιδιαιτέρως βλέπει, μπορείτε να τον δείτε και να πάρετε την ευχή του στον Εσπερινό, να πάρετε μετά τη Θεία Λειτουργία το πρωί, αφού τελειώσει, αλλά για να τον δείτε ιδιαιτέρως και να μιλήσετε μαζί του, στις τρεις η ώρα εξομολογεί μέσα στο παρεκκλήσιο που υπάρχει στο ναό –εάν ενθυμούμαι καλά– του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Τρεις η ώρα, λοιπόν, τη νύχτα ήμουν εκεί, για να περιμένω στη σειρά, για να μπω κι εγώ να δω τον Γέροντα Εφραίμ. Και πράγματι ήρθε η σειρά μου, μπήκα μέσα και έβαλα μετάνοια. Πριν προλάβω όμως να βάλω εγώ μετάνοια, ο Γέροντας ήταν τόσο ευλύγιστος που έβαλε εδαφιαία μετάνοια και φίλησε τα παπούτσια μου. Παρότι εγώ δεν έβλεπα, γιατί ένα καντηλάκι μόνο στο τέμπλο στο παρεκκλήσιο ήταν αναμμένο. Ούτε το πρόσωπο του Γέροντα δεν έβλεπες. Το κατάλαβα όμως γιατί αισθάνθηκα το Γέροντα να γονατίζει και να ασπάζεται τα παπούτσια μου. Εμένα του αμαρτωλού. «Γέροντα», του λέω, «τι κάνετε εκεί;» Και μου απαντάει ότι: «Εγώ ξέρω τι κάνω. Ασπάζομαι την Ιεροσύνη». Έσκυψα κι εγώ, αλλά εγώ δεν πρόλαβα. Ο Γέροντας είχε καθίσει ήδη στο κάθισμά του και ξεκινήσαμε να ομιλούμε.

Όμως, το απόγευμα που είχε μεσολαβήσει ο Εσπερινός, πριν φτάσουμε στη νύχτα, ο Γέροντας ερχόμενος από το κελί του κρατούσε αυτό το μπαστούνι το οποίον το βλέπετε εδώ. Το οποίον αυτό το μπαστούνι το άφηνε στον πρόναο, εκεί όπως μπαίνουμε στην πόρτα το άφηνε, πριν πάει στη θέση του, στο θρόνο του, στο κάθισμά του, στο στασίδι του, όπως λέμε, για να καθίσει. Το άφηνε απ' έξω. Μόλις το είδα, λέω: «Πωπώ μεγάλη ευλογία! Θα ζητήσω από το Γέροντα», σκέφτηκα, «να μου το δώσει να το έχω για ευλογία στο... να το πάρω στο σπίτι μου». Διότι τότε δεν έμενα στο...μοναστήρι στο Τρίκορφο. Το πατρικό ήταν στην Ηλιούπολη κι επειδή σπούδαζα, έμενα εκεί, ενώ το μοναστήρι μου ήταν στο Αίγιο, Ιερά Μονή Ταξιαρχών Αιγιαλείας. Και μετά θα το έπαιρνα στο μοναστήρι μου στο Αίγιο. «Να μην ξεχάσω», λέω, «να του το πω, βγαίνοντας το βράδυ να μου το δώσει... εάν έχει την ευλογία». Και πράγματι, μπήκαμε μέσα και συζητήσαμε πάρα πολλά. Θυμάμαι ότι μιλήσαμε πάνω από μισή ώρα με τρία τέταρτα, με κράτησε εκεί ο Γέροντας. Κι εκεί τον ερώτησα: «Γέροντα» –μία από τις ερωτήσεις που έκανα– «πώς ευλόγησε ο Θεός κι έχετε τόσους πολλούς μοναχούς; Όχι μόνο εδώ –τότε είχε η Μονή Φιλοθέου περί τους 80 νεαρούς μοναχούς. Όχι μόνον εδώ, αλλά γεμίσατε και την Καρακάλου, γεμίσατε την Κωνσταμονίτου, γεμίσατε το Μοναστήρι της Ξηροποτάμου. Πώς τόσους μοναχούς; Ποιο είναι το μυστικό;» Και μου είπε ότι το μυστικό είναι η νοερά προσευχή, το να μάθουμε να προσευχόμεθα με τη νοερά προσευχή, με το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με.» Και γι' αυτό και στο μοναστήρι εδώ στο Τρίκορφο, όποτε έρθετε, υπάρχει ηχογραφημένο... η ευχή αυτή «Κύριε Ιησού Χριστέ, », την οποίαν επαναλαμβάνει συνέχεια ο Άγιος Εφραίμ ο Κατουνακιώτης, ο Πατήρ Εφραίμ ο γνωστός απ' τα Κατουνάκια, τον οποίον τον είχαν ηχογραφήσει, και ηχογραφημένο το έχω και όλη την ημέρα μέχρι και το βράδυ ακούγεται σε όλο το μοναστήρι η φωνή του Αγίου Εφραίμ του Κατουνακιώτη ο οποίος μας λέγει με τη φωνή του συνέχεια και ακούγεται σε όλη τη μονή το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλό!»

Έτσι ο μοναχός μέσ' στο μοναστήρι του Τρικόρφου εκπαιδεύεται και μαθαίνει αυτή την ευχή, ώστε να μην έχει διάσπαση ο νους του κατά τη διάρκεια των εξωτερικών διακονημάτων είτε είναι στους κήπους, είτε είναι στα ζώα, είτε είναι στο ξυλουργείο. Όπου είναι να ακούγεται η ευχή. Αλλά κι ο προσκυνητής μπαίνοντας μέσ' στο μοναστήρι να μη θορυβεί, αλλά επαναλαμβανόμενη η ευχή κι αυτός να προσεύχεται. Και πράγματι η ευχή αυτή κάνει το θαύμα της. Το δεύτερον που μου είπε ο Γέροντας είναι: «Παιδί μου, μάθε ν' αγαπάς! Μάθε ν' αγαπάς! Ο Χριστός είναι αγάπη. Εάν ο άλλος δει ότι με την καρδιά σου τον αγαπάς, θα έρχεται και θα κολλάει επάνω σου. Όπως ο μαγνήτης τραβάει τα σίδερα, που είναι σκληρό μέταλλο, έτσι και η αγάπη τις σκληρότερες καρδιές τις τραβάει κοντά της». Και πράγματι, αδελφοί μου, όντως ξεκίνησα όπως λέει και το Ευαγγέλιο να γίνω μαθητής της αγάπης του Ιησού. Τότε ήμουν Διάκονος, δεν υπήρχε μέσ' στο μυαλό μου όλο αυτό που 'χει γίνει εδώ στο Τρίκορφο, το μοναστήρι. Δεν υπήρχε μέσ' στο μυαλό μου. Όμως, όταν έγινε το μοναστήρι αυτά τα δύο τα εφήρμοσα. Και την ευχή και την αγάπη. Και γι' αυτό με τη Δόξα του Θεού χτίσαμε εδώ στο Τρίκορφο δύο μοναστήρια όπου έχουμε 30 και πλέον μοναχούς νεαρούς. Κάτι πολύ δύσκολο έξω για τον κόσμο. Κάτι πολύ δύσκολο. Με την ευχή του Γέροντα Εφραίμ όπως μας συμβούλευσε... με την ευχή του «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» και δείχνοντας αυτή την απέραντη αγάπη προς μικρούς και μεγάλους, προς νέους το μοναστήρι το αντρικό ξεπέρασε τους 30 νεαρούς μοναχούς. Τους στέλνει ο Θεός. Και έλκονται οι καρδιές τους σαν –πράγματι όπως μου το είπε– ... σαν να υπάρχει ένας μαγνήτης που τους μαγνητίζει και έρχονται. Το ίδιο και πάνω από 20 μοναχές ευρίσκονται στο γυναικείο μοναστήρι πέντε χιλιόμετρα πιο πέρα από το αντρικό, νέες κι εκεί μοναχές όπου αφιερώσανε τη ζωή τους στο Χριστό. Δηλαδή περισσότερα από 50 άτομα.

Αλλά δεν ξέχασα το τι σας έλεγα. Σας έλεγα ότι ήμουν μέσα και τον ρώτησα τον Γέροντα Εφραίμ μία από τις πολλές ερωτήσεις. Οι άλλες ήταν προσωπικές για το δικό μου το πρόσωπο και συμβουλές πώς θα βαδίσουμε το δύσκολο δρόμο του μοναχισμού και ούτω καθεξής. Αφού τελειώσαμε τη συζήτηση και την εξομολόγηση εκεί στο Γέροντα Εφραίμ, αυτή τη στιγμή πάω να τον αποχαιρετήσω κάνοντας εγώ πλέον βαθιά μετάνοια, για να του φιλήσω τα παπούτσια. Όμως και πάλι ο ευκίνητος Γέροντας πρόλαβε εκείνος. Με ασπάστηκε και έβγαινα από το εκκλησάκι προς τα έξω. Όπως έβγαινα, μου λέει: «Πάτερ» –ήμουν Διάκονος, επαναλαμβάνω. Δεν υπήρχε το μοναστήρι. Εδώ φαίνεται η αγία του ζωή και το προορατικό του. Εγώ ξέχασα να του πω ότι «Γέροντα» –ενώ είπαμε τόσα πολλά πράγματα–... ξέχασα να του πω ότι «Γέροντα, το μπαστούνι που έχετε αφήσει απ' έξω, σκέφτηκα να το ζητήσω και να το πάρω για ευλογία. Μπορώ να το πάρω και να το έχω μαζί μου για πάντα... ως κάτι ευλογία δική σας;» Ξεχάστηκα! Απ' τη χαρά μου που είδα έναν ζωντανό άγιο ως νεαρός κι εγώ, αισθάνθηκα τόση χαρά που ξεχάστηκα. Κι όταν φτάνω, για να βγω από το παρεκκλήσιο, μου λέει: «Πάτερ, αυτό που σκεφτήκατε να μου ζητήσετε, για να πάρετε, έχετε την ευχή μου να το πάρετε.» Λέω: «Τι λέτε, Γέροντα;» «Το μπαστούνι μου», μου λέει. «Έξω που είναι, μπορείτε να το πάρετε». Και πράγματι ο Γέροντας μου έδωσε το μπαστούνι του. Έφτασε και το έχω ως ευλογία έκτοτε από τη δεκαετία, αρχάς δεκαετίας, του '80 και το οποίον πολλάκις το κρατώ κι εγώ, όταν περπατώ μέσα στο δικό μου μοναστήρι. Μόνο αυτό είδε; Μου είπε ότι: «Γέροντα... Πάτερ», μου λέει, «πάρ' το το μπαστούνι μου, γιατί θα σου χρειαστεί στο μέλλον». Πού να φανταστώ εγώ τότε! Είχα τον πόθο να γίνω μοναχός. Πού να φανταστώ τότε ότι θα γινόμουνα Ηγούμενος και Γέροντας δύο Ιερών Μονών και άλλων μοναστηριών που εξομολογώ. «Πάρ' το, γιατί θα σου χρειαστεί το μπαστούνι». Προείδε ο Γέροντας το τι θα συμβεί εδώ στο Τρίκορφο κι ότι θα γίνω Ηγούμενος. Πράγματι, φωτισμένος, αγιασμένος, καθαρμένος έβλεπε τα μέλλοντα όπως ο Πατήρ Πορφύριος.

Και να σας πω και κάτι άλλο το οποίον έκτοτε –μάλλον πριν πω κάτι άλλο–... έκτοτε όλο το μοναστήρι εδώ στο Τρίκορφο, άμα γυρίσετε και στο Αρχονταρίκι, στα κελιά μας, στους διαδρόμους, στις σκάλες και στο κελί μου μέσα υπάρχουν πλήθος, όχι μόνον αυτών των φωτογραφιών που έχει φτάσει στα χέρια μου που είναι ανέκδοτες-... πλήθος φωτογραφιών, τις φωτογραφίες του Γέροντα Εφραίμ. Γιατί είμαι ευγνώμων απέναντί του. Και είμαι ευγνώμων, διότι έγινε η αιτία να αγαπήσω περισσότερο το Χριστό, να αγαπήσω το μοναχισμό, να μάθω, για ποιο λόγο είμαι στο μοναστήρι, τι κάνω μέσ' στο μοναστήρι, γιατί έγινα μοναχός. Ενώ αγαπούσα το Χριστό, αγαπούσα το μοναχισμό, αγαπούσα την ιεροσύνη, γιατί ήμουν πνευματικό παιδί του Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη. Κι από 'κεί έμαθα ν' αγαπώ με όλη μου την καρδιά, με όλη μου την ψυχή, με όλο μου το «είναι». Να δίνω και τη ζωή μου, να τη θυσιάζω για το Χριστό. Έμαθα να είμαι αφιλοχρήματος. Και γι' αυτό φτωχός γεννήθηκα, φτωχός θα πεθάνω όπως είπα και σε άλλη ομιλία. Έμαθα την ελεημοσύνη. Έμαθα το να σκορπίζω τα ελέη και την αγάπη του Θεού. Αυτά τα οφείλω στον Πατέρα Αυγουστίνο. Όμως, το δεύτερο σκέλος της ζωής μου είναι χαραγμένο μέσ' στην καρδιά μου η μορφή του Πατρός Εφραίμ. Και γι' αυτό και μέσ' στο κελί μου, μέσ' στους διαδρόμους της μονής μας, μέσα στα κελιά των Πατέρων, στο Αρχονταρίκι δεσπόζουν και φαίνονται οι φωτογραφίες και του Οσίου Ιωσήφ του Ησυχαστή, του Γέροντα του Πατρός Εφραίμ, και του ιδίου του Γέροντα του Φιλοθεΐτη και μετέπειτα Αριζονίτη.

Εκτότε πήγαινα κάθε καλοκαίρι. Καθόμουνα μία, δύο, τρεις μέρες, αν μπορούσαν να με φιλοξενήσουν οι Πατέρες στη Μονή Φιλοθέου. Μετά που ο Γέροντας έφυγε και πήγε στη Αμερική μόνιμα, τότε πήγαινα στην Καρακάλου και συνδέθηκα με το Γέροντα εκεί, το Φιλόθεο, με το Γέροντα τον Φιλόθεο συνδέθηκα και με την αδελφότητά του. Και αργότερα συνδέθηκα και με τη Μονή Βατοπεδίου όπου εκεί μια άλλη αγιασμένη μορφή, πάλι πνευματικό παιδί του Οσίου Ιωσήφ του Ησυχαστή, ο Όσιος Γέροντας Ιωσήφ ο Βατοπεδινός, συνδέθηκα με την αδελφότητά του και με τον Γέροντα Εφραίμ τον Καθηγούμενο της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου. Αλλά και με άλλα μοναστήρια του Αγίου Όρους τα οποία εκτιμώ και τα αγαπώ. Και όπως μου λέει ο Πατήρ Φιλόθεος, ο Ηγούμενος και ο Βατοπεδινός, ο Ηγούμενος όπως μου λένε στο Τρίκορφο υπάρχει ένα μικρό Άγιον Όρος, έξω από το όρος της Χαλκιδικής εκεί που υπάρχει. Και συνεχίζουμε τον ίδιον πνευματικό αγώνα εδώ, αδερφοί μου.

Όμως τη δεκαετία την πρώτη του 1984, '85, '86, '87, '88, '89, '90, '91, '92 ξεκίνησα να πηγαίνω στην Αμερική κι εγώ. Και ξεκίνησα, διότι με ζητούσανε οι άνθρωποι να ομιλώ. Έπαιρνα την ευχή του Επισκόπου μου, ταξίδευα σε Αμερική, σε Αυστραλία, σε Καναδά. Εκεί με φιλοξενούσαν τα σπίτια που φιλοξενούσαν και το Γέροντα Εφραίμ. Εκεί έζησα πρωτόγνωρα πράγματα. Οι άνθρωποι, η αγάπη τους απέναντι στο ράσο είναι ανυπέρβλητη. Ούτε καν μπορώ να την εκφράσω. Το πόσο εκτιμούσαν τους Πατέρες που ερχόντουσαν απ' την Ελλάδα. Κάθε φορά που ερχόταν ο Γέροντας Εφραίμ γινότανε ένας πανικός. Μα στο Σικάγο, στη Νέα Υόρκη, στο Τορόντο, στο Μόντρεαλ, στο Λαβάλ, όπου πήγαινε–στο Λόντον... όπου πήγαινε γινότανε ένας χαμός, αδελφοί μου. Τα ίδια μέρη με καλούσαν και εμένα. Κι έβλεπα την ίδια αγάπη. Εκατοντάδες που φτάσαμε και σε χιλιάδες ανθρώπους. Θυμάμαι στο Σικάγο και στο Μόντρεαλ, όταν πήγα για εξομολόγηση... να εξομολογήσω, μαζεύτηκαν πάνω από δύο με τρεις χιλιάδες άτομα να εξομολογηθούν. Μα ήταν δυνατόν μέσα σε δέκα μέρες που θα καθόμουν σε κάθε Πολιτεία να εξομολογήσω τόσες χιλιάδες ανθρώπους; Και μαζευόντουσαν όλο και περισσότεροι. Και τότε εφήρμοσα για πρώτη φορά με την ευλογία του μακαριστού... Επισκόπου εκεί στην Αμερική, εφήρμοσα τη δημόσια εξομολόγηση όπου ανά εκατό-εκατό, διακόσια-διακόσια άτομα μπαίναν και εξομολογούντουσαν δημόσια. Αυτό το είχα διαβάσει στον Άγιο Ιωάννη την Κροστάνδης όπου, όταν τον πλησίαζαν για εξομολόγηση, ήταν πλέον τόσο πολύς ο κόσμος που εφήρμοσε την εξομολόγηση αυτή που αναφέρει η Καινή Διαθήκη ότι εξομολογούντο τότε δημόσια οι άνθρωποι. Το ίδιο, λοιπόν, μετά τον Άγιο Ιωάννη της Κροστάνδης εφήρμοσα και εγώ με την ευλογία του Επισκόπου κι εξομολογούσα δημόσια. Σας το λέω, για να σας δείξω το πόσο ήταν η προσέλευση των ανθρώπων κατά εκατοντάδων και χιλιάδες, αλλά και την αγάπη που είχαν απέναντι στο ράσο. Κατέβαινε ο Πατήρ Εφραίμ στα αεροδρόμια, γέμιζε το αεροδρόμιο, λέτε κι έφτανε κάποιος πρωθυπουργός. Πήγαινε... Κατέβαινα εγώ, η ταπεινότητά μου, στο Σικάγο, στη Φλόριδα, στη Νέα Υόρκη, στο Λόντον, πλήθος ανθρώπων στο αεροδρόμιο, για να μας υποδεχθεί. Και όταν φεύγαμε, εκατοντάδες και πάνω από χίλια άτομα μας συνόδευαν, για να φύγουμε και να μας αποχαιρετήσουν με δάκρυα στα μάτια. Ο Πατήρ Εφραίμ έμενε στα σπίτια που έμενα κι εγώ κι εγώ έμενα στα σπίτια που έμενε ο Πατήρ Εφραίμ.

Μου ζητούσαν τότε να χτίσουμε μοναστήρι και στο Σικάγο και στη Νέα Υόρκη και στη Φλόριδα και στο Μόντρεαλ. Τους είπα ότι έχω ξεκινήσει να χτίζω δύο μοναστήρια στην Ελλάδα και δεν μπορώ να τα εγκαταλείψω. Απευθυνθείτε σ' αυτόν τον άγιο άνθρωπο που κινείται ως βόμβα νετρονίου. Έτσι τους έλεγα. Τον Γέροντα Εφραίμ. Αυτός έχει και πολλούς μοναχούς στο Άγιον Όρος και μοναχές και θα μπορέσει να φέρει δύο-δύο, τρεις μοναχές ή μοναχούς, για να ιδρύσει εδώ σιγά-σιγά τα μοναστήρια. Όπως και πράγματι του το ζητήσανε. Και απ' το Σικάγο και στο Μόντρεαλ του το ζητήσανε και στη Φλόριδα. Και γι' αυτό πήγα εκεί κι επισκέφθηκα ξανά και το μοναστήρι που υπάρχει στο Σικάγο, τον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο, στη Φλόριδα, στο Μόντρεαλ και ούτω καθεξής στα μοναστήρια –όσα μπόρεσα– του Γέροντα Εφραίμ αργότερα.

Έμενα, λοιπόν, όπως σας είπα, στα σπίτια και με φιλοξενούσαν οι άνθρωποι που φιλοξενούσαν και το Γέροντα Εφραίμ. Θυμάμαι, λοιπόν, ένα θαυμαστό γεγονός στο White Stone της Νέας Υόρκης. Εκεί η οικογένεια που με φιλοξενούσε, μου είπε ότι πριν λίγο καιρό, περίπου 40-50 μέρες, είχε περάσει από το σπίτι τους και τον φιλοξένησαν τον Γέροντα Εφραίμ για λίγες ημέρες. Λέει η γυναίκα στον άντρα –μου διηγούνται τώρα το ζευγάρι: «Βρε άντρα», του λέει, «έχουμε έναν άγιο άνθρωπο μέσ' στο σπίτι μας και τον φιλοξενούμε. Δεν του ζητάμε να μας αφήσει για ευλογία» –όπως ζήτησα εγώ το μπαστούνι, σκέφτηκα– «δεν του ζητάμε για ευλογία να μας δώσει ένα μαντήλι του; Και... να μας δώσει ένα μαντήλι του;» «Τι λες, βρε γυναίκα, που θα ζητήσουμε ένα μαντήλι του;» «Μια φανέλα του τουλάχιστον. Εσωτερική φανέλα του. Άντε, το πολύ-πολύ ζήτησέ του μία κάλτσα. Όχι και τις δύο. Τη μία κάλτσα». Και μου λέει: «Γέροντα, δεν τολμήσαμε να του το ζητήσουμε από ντροπή. Ο Γέροντας έφυγε και τον πήγαμε εμείς στο αεροδρόμιο. Έστρωνε πάντοτε το κρεβατάκι που κοιμόταν και αφού μάζεψε τα πράγματά του και έφυγε, όταν γυρίσαμε από το αεροδρόμιο, τι να δούμε; Πάνω στο κρεβάτι βρήκαμε ένα μαντήλι του, μία φανέλα του εσωτερική, που φόραγε, και μία κάλτσα. Λες και ο Γέροντας είχε ακούσει τη φωνή μας. Ενώ, όταν συζητάγαμε με τον άντρα μου και τού 'λεγα να ζητήσουμε, ο Γέροντας δεν ήταν μέσ' στο σπίτι. Ο Γέροντας διάβασε την επιθυμία της καρδιάς μας. Και φεύγοντας μας έκανε αυτή τη χάρη.»

Επίσης στο Λαβάλ, όταν πήγαινα, έμενα στο σπίτι του Ηλία του Ψυχογιού και της Ελένης. Εκεί πήγαινε και ο Γέροντας και έμενε. Εκεί, λοιπόν, κάποια στιγμή βλέπω μέσα στη βιτρίνα, εκεί που έχουν τα ποτήρια τους, τα φλιτζάνια του καφέ, βλέπω ένα κολονάτο ποτήρι και να έχει μέσα νερό και επάνω ήταν σκεπασμένο. Λέω: «Ελένη, τι είναι αυτό εδώ το ποτήρι με το νερό; Γιατί τό 'χετε εκεί;» Μου λέει: «Όταν πρωτοήρθε ο Γέροντας, πριν χρόνια», μου λέει, «ήπιε απ' αυτό το ποτήρι νεράκι. Λίγο ήπιε», μου λέει. «Δεν το ήπιε όλο. Αυτό είναι το υπόλοιπο που έμεινε μέσα. Και το φύλαξα», μου λέει. «Και έκτοτε το νερό μετατράπηκε σε Αγιασμό. Δε χάλασε ποτέ. Και το έχουμε ως ευλογία εδώ στο σπίτι μας.» Και πολλά άλλα περιστατικά τα οποία άκουσα, είδα, μου διηγήθηκαν οι άνθρωποι για το πρόσωπο του Γέροντα Εφραίμ.

Εγώ συνέχιζα ωστόσο να πηγαίνω στο μοναστήρι του επάνω στην Μονή Φιλοθέου. Ο Γέροντας επέστρεφε μετά την Αμερική. Τότε πρόσεξα ότι φορούσε ένα πολύ ωραίο σχήμα. Αυτό εδώ. Αυτό το σχήμα. Αυτό το μοναχικό το σχήμα το φορούσε ο Γέροντας στις μεγάλες γιορτές, στις Ακολουθίες. Του λέω: «Γέροντα, μ' αρέσει πάρα πολύ το σχήμα σας.» Μου λέει: «Το θέλεις;» Του λέω: «Όχι, να μη σας το πάρω, αλλά ποιος σας το κέντησε;» Μου λέει: «Παιδί μου, είναι το μοναδικό