Transcription
Όταν πρωτοήρθα, ήλπιζα να μπω στην πρώτη ομάδα. Ήταν τ' όνειρό μου. Δεν φανταζόμουν ότι στη συνέχεια θα ήταν έτσι. Είμαι χαρούμενος για όσα μου έχουν συμβεί. Απλώς συνέβη. Ήρθα στην Μπαρτσελόνα και έζησα όλα αυτά που έγιναν. Ήταν θέλημα Θεού και είμαι ευγνώμων.
Να διατηρήσεις το επίπεδό σου για καιρό, ειδικά σε μια τέτοια ομάδα, είναι πολύ δύσκολο. Είχα την ελπίδα, τη θέληση και την αυτοπεποίθηση να πετύχω στην Μπάρτσα με κάθε κόστος. Το να βλέπω τον εαυτό μου στη λίστα με τους καλύτερους ποδοσφαιριστές ή να είμαι υποψήφιος για τη Χρυσή Μπάλα μού ήταν αδιανόητα στα 16, 17, 18. Ήταν αδιανόητο αλλά υπερπηδήσαμε όλα τα εμπόδια και πραγματοποιήσαμε όλα τα όνειρα που είχαμε. ΕΙΜΑΣΤΕ Η ΜΠΑΡΤΣΑ. Μέσι. Ινιέστα. Και Τσάβι. Τρεις μοναδικοί παίχτες στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Γεννημένοι με μια μπάλα στα πόδια, μεγάλωσαν με το όνειρο της δόξας και κατάφεραν πολλά περισσότερα απ' ό,τι φαντάζονταν. Συνέπεσαν σε μια θρυλική ομάδα, σε μια περίοδο που το ποδόσαιρο έγινε το μεγαλύτερο αθλητικό σόου στον πλανήτη.
Η Μπάρτσα έχει χιλιάδες μέλη, εκατομμύρια οπαδούς και μια ομάδα εκπαιδευμένη να ακολουθεί την τακτική που έφερε επανάσταση στον κόσμο του ποδοσφαίρου τα τελευταία χρόνια. Η Βαρκελώνη. Μια φιλική, ζωντανή, ελκυστική και μοντέρνα πόλη, ανοιχτή στον κόσμο εδώ και αιώνες. Είναι διάσημη για την παρακαταθήκη του αρχιτέκτονα Αντόνι Γκαουντί και πολλών άλλων καλλιτεχνών και δημιουργών του 20ου αιώνα. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται και οι ποδοσφαιρικές ιδιοφυΐες που έπαιξαν για την Μπαρτσελόνα, αφού έχουν συνεισφέρει στην αυξανόμενη φήμη της πόλης. Όποτε έχει αγώνα στο γήπεδο, η συναρπαστική ιστορία της ομάδας αντηχεί. Σήμερα είναι από τις διασημότερες ομάδες στον κόσμο. Όμως η αληθινή ιστορία είναι άγνωστη στους περισσότερους.
Ιδρύθηκε το 1899. Και, περιέργως, όχι από Καταλανό, αλλά από έναν 22χρονο Ελβετό, τον Ζοάν Γκαμπέρ. Λάτρευε όλα τα σπορ, όχι μόνο το ποδόσφαιρο και έφυγε από την τάξη και τα ειδυλλιακά τοπία της Ελβετίας για την πολύβουη, ανερχόμενη Βαρκελώνη, ψάχνοντας ένα καλύτερο μέλλον. Ήταν αθλητής με όλη τη σημασία της λέξης. Ήταν λάτρης των σπορ και εξασκούνταν σε όλα. Συναντιόταν με άλλους σε σημαντικά μέρη, όπως τα λίγα γυμναστήρια στη Βαρκελώνη. Εκεί γνώρισε κάποιους ανθρώπους που είχαν τρέλα με τα σπορ και που θεωρούνταν λίγο εκκεντρικοί. Ο Γκαμπέρ τους κάλεσε να ιδρύσουν τη Μπάρτσα και εμφανίστηκαν οι 12 ιδρυτές της ομάδας. Από τους δώδεκα, οι μισοί ήταν ξένοι και οι άλλοι μισοί Καταλανοί. Ο πρώτος πρόεδρος ήταν Ελβετός, ο Βάλτερ Βιλντ. Ο Ζοάν Γκαμπέρ δεν μπορούσε λόγω ηλικίας. Ήταν μικρότερος από 23. Όμως ήταν πάντα η ψυχή της ομάδας.
Στην αρχή, ήθελε να γίνει αρχηγός της ομάδας, να παίξει και όταν μεγαλώσει να μπει στο συμβούλιο, αλλά όχι ως πρόεδρος. Δεν τον ενδιέφερε. Ήθελε να συμμετάσχει, αλλά από απόσταση. Και όποτε η ομάδα είχε πρόβλημα, έπαιρνε τα ηνία και βοηθούσε την ομάδα. Έψαχνε για υπογραφές ή λεφτά, οτιδήποτε για να προχωρήσει η ομάδα. Αυτοί οι λάτρεις των σπορ μεταμόρφωσαν μια ομάδα φίλων σε μια μεγάλη ποδοσφαιρική ομάδα. Στις δεκαετίες του '10 και του '20, μια ανταγωνιστική Μπάρτσα προσέλκυε τα πλήθη στο γήπεδό της στην οδό Ιντούστρια. Και αργότερα στη συνοικία Λες Κορτς. Το ποδόσφαιρο γινόταν δημοφιλές, αλλά δεν υπήρχαν αρκετές θέσεις και πολλοί οπαδοί κάθονταν σε τοίχους γύρω από το γήπεδο, αφήνοντας εκτεθειμένους τους πισινούς τους ή "culs" στα Καταλανικά. Οι κάτοικοι της πόλης τούς ονόμασαν "culés", όπως ονομάζονται ως τις μέρες μας. Το ποδόσφαιρο γινόταν θέαμα και οι παίχτες από ερασιτέχνες, επαγγελματίες. Αν πριν πλήρωναν συνδρομή για να παίξουν, τώρα απαιτούσαν μισθούς. Ήταν μια οδυνηρή αλλαγή στο ερασιτεχνικό πνεύμα του Γκαμπέρ. Πίστευε στον ερασιτεχνικό αθλητισμό. Απ' την άλλη, είχε ιδρύσει μια ομάδα που μεγάλωνε και ήθελε η ομάδα να φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο. Έπρεπε να κάνει αυτό το βήμα, αφού και το ποδόσφαιρο εξελισσόταν.
Ο Γκαμπέρ ήταν ένας ουτοπιστής που ήθελε να ζήσει στην αρχαία Ελλάδα και να συμμετάσχει στους Ολυμπιακούς, δοκιμάζοντας τις αντοχές σώματος και πνεύματος. Γι' αυτόν ο αθλητισμός ήταν ένας τρόπος εκπαίδευσης στις αξίες της φιλίας, του σεβασμού και του υγιούς ανταγωνισμού. Αξίες που δύσκολα διατηρούνται στον σύγχρονο ανταγωνισμό. Παρόλα αυτά, η Μπάρτσα διατηρεί τα ιδανικά του ιδρυτή της, ειδικά τα τελευταία χρόνια. Όσοι βλέπουν το ποδόσφαιρο σαν θρησκεία ξέρουν ότι η Μπάρτσα είναι κάτι άλλο... εκτός από το ποδόσφαιρο. Μαθαίνεις πώς να είσαι ποδοσφαιριστής, αλλά και άνθρωπος. Σκέφτεσαι τον συμπαίχτη σου. Σκέφτεσαι την ομάδα πριν τον εαυτό σου. Η Μπάρτσα ενθαρρύνει τις αξίες του σεβασμού, της φροντίδας του εαυτού, της ταπεινότητας, της σκληρής δουλειάς, της προσπάθειας, της θυσίας.
Ήρθα εδώ στα 13 μου. Εδώ μεγάλωσα, με τις αξίες της Μπάρτσα και της Λα Μασία. Υπερβαίνουν το ποδόσφαιρο. Σε εκπαιδεύουν πολύ καλά. Μεγάλο μέρος της προσωπικότητάς μου σμιλεύτηκε στη Λα Μασία. Οι αξίες που με μεγάλωσαν... ο σεβασμός, η παιδεία, η ταπεινότητα, ο σεβασμός στους συμπαίχτες σου. Μαθαίνεις να γίνεσαι καλύτερος κάθε χρόνο. Οι αξίες της ευγενούς άμιλλας πάντα υπήρχαν, αλλά δεν προάγονταν πάντα. Συχνά θάβονται κάτω από το πάθος, τη φιλοδοξία, την επιθετικότητα, το χρήμα ή την πολιτική. Το ποδόσφαιρο είναι το δημοφιλέστερο σπορ στον πλανήτη, αλλά δύσκολα το φανταζόμαστε ελεύθερο από έριδες και συμφέροντα. Αν ζούσε ο Γκαμπέρ, δεν θα πίστευε τα ποσά που διακινούνται, πάνω από 20 δις ευρώ, ή τις μεταγραφές παιχτών ως και 100 εκατομμύρια. Σαν αληθινός λάτρης των σπορ που ήταν, τον ενοχλούσε που τα μεγάλα κεφάλαια κυριαρχούσαν στο ποδόσφαιρο. Υπήρχαν αστεία εκείνη την εποχή που έλεγαν ότι όταν διαπραγματευόταν συμβόλαια με παίχτες, τους έδινε βιταμίνες που ήταν "αγάπη για την ομάδα", αφού μ' αυτές τις βιταμίνες, ο παίχτης ζητούσε λιγότερα χρήματα.
Ο Γκαμπέρ ήταν ένας αφοσιωμένος οραματιστής. Η αγάπη του για την ομάδα τον βοήθησε να ξεπεράσει εμπόδια, όπως η έλλειψη πόρων που αντιμετώπισε με δικά του χρήματα. Ή τα αντίποινα στις διαδηλώσεις των Καταλανών τη δεκαετία του '20. Ακόμα και τότε, η Μπάρτσα ήταν σύμβολο της καταλανικής ταυτότητας, που αντιτίθενταν στην δικτατορία στην Ισπανία και αυτό έφερε κάποια προβλήματα. Θυμάμαι μια φορά... Έκλεισαν το γήπεδο γιατί είχε έρθει ο αγγλικός στόλος και είχαν φέρει ομάδα ποδοσφαίρου. Η Μπάρτσα έπαιξε με τους Άγγλους. Στον ύμνο της Αγγλίας όλοι σηκώθηκαν όρθιοι. Και χειροκροτήσαμε στο τέλος. Όμως στον ισπανικό ύμνο, κανείς δεν σηκώθηκε. Μας έκλεισαν για έξι μήνες. Αποτελεί έκπληξη ότι 90 χρόνια μετά, με πλήρη δημοκρατία, πολλοί Καταλανοί γιούχαραν τον ισπανικό εθνικό ύμνο στον Τελικό Κυπέλλου πριν μερικά χρόνια. Οι αρχές τοποθέτησαν ηχεία 100.000 βατ για να πνίξουν τα γιουχαΐσματα, αλλά δεν τα κατάφεραν. Πολλοί Καταλανοί ζητούν αυτονομία ως έθνος, με τη δική τους κουλτούρα, αφού ποτέ δεν ένιωσαν άνετα με την ισπανική διακυβέρνηση.
Ο Ζοάν Γκαμπέρ πλήρωσε το τίμημα για τον θυμό ενάντια στον εθνικό ύμνο το 1925. Οι αρχές τον τιμώρησαν με διωγμό από την ομάδα και τη χώρα. Αν και αργότερα του επιτράπηκε να επιστρέψει, δεν μπορούσε να έχει ρόλο στην ομάδα. Έτσι έπεσε σε κατάθλιψη, που επιδεινώθηκε από το καταστροφικό Κραχ της Γουόλ Στριτ. ΧΑΘΗΚΑΝ 10 ΔΙΣ ΣΕ ΜΕΤΟΧΕΣ. Απομονωμένος από την ομάδα και χρεωκοπημένος, ο Γκαμπέρ αυτοκτόνησε σε ηλικία 52 ετών. Υπήρχε μία... μεγάλη εκδήλωση δημόσιας απόγνωσης. Αν ο Γκαμπέρ πίστευε ότι κανείς δεν θα τον θυμόταν, αυτό δεν ίσχυε, γιατί... το πλήθος στην κηδεία του απέδειξε το άκρως αντίθετο. Τα ήθη της εποχής αποσιώπησαν την αυτοκτονία. Ο Γκαμπέρ όμως, άφησε πίσω του μια πολύ δυναμική ομάδα ποδοσφαίρου. Το Κραχ του '29 κατέστρεψε πολλές ομάδες, αλλά όχι τη Μπάρτσα που στο μεταξύ είχε μεγαλώσει και εδραιωθεί.
Η ομάδα είχε ήδη ζήσει μια χρυσή εποχή, με πολλούς θρυλικούς παίχτες όπως ο Σαμιτέρ ή ο μοναδικός Παουλίνο Αλκάνταρα, ο πρώτος μεγάλος σκόρερ του ισπανικού ποδοσφαίρου, με 357 γκολ συνολικά. Τον ονόμασαν "Ο Διχτοκόφτης". Όσο αφορά τα σπορ, η δεκαετία του '20... είναι γνωστή ως η πρώτη χρυσή εποχή της Μπάρτσα. Από το 1919 μέχρι το 1929, η ομάδα κερδίζει τα πάντα. Οι στατιστικές εντυπωσιάζουν. Η εποχή συνδέεται με σειρά ονομάτων. Ο Θαμόρα που κάνει ντεμπούτο μαζί με τον Σαμιτέρ, που είναι το μεγάλο όνομα της εποχής. Όμως ήρθαν κι άλλοι. Ο Σάτζι, ο Πλάτκο, μεγάλα ονόματα στην ιστορία της ομάδας. Η φήμη της Μπάρτσα ξεπέρασε τα σύνορα, ακόμα και στην Αμερική. Ο διάσημος Αργεντινός τραγουδιστής Κάρλος Γκαρντέλ αφιέρωσε αυτό το ταγκό στα αστέρια της Μπάρτσα.
Είσαι πολύ κακός, πάντα οφσάιντ. Δεν ξέρεις κοντρόλ. Πιστεύεις ότι είσαι αστέρι. Και δεν ξέρεις να χτυπήσεις φάουλ. Θες να γίνεις επιθετικός. Σαν τον Πιέρα. Κάν' το όπως ο Σάστρε. Και βάλε γκολ από το κέντρο. Θες να βάλεις γκολ στον κολοσσό Θαμόρα. Και να γίνεις σαν τον Σάμι. Τον μάγο της μπάλας.
Όμως η δεκαετία του '20 είχε και πικρές απογοητεύσεις. Οι αρχές είχαν κλείσει το γήπεδο της Μπάρτσα για έξι μήνες γιατί είχαν γιουχάρει τον εθνικό ύμνο. Ο Γκαμπέρ είχε διωχθεί από τη χώρα. Μετά τον θάνατό του, η δεκαετία του '30 επιφύλασσε χειρότερα με την πολιτική αναταραχή στην Ισπανία να οδηγεί στον τραγικό Εμφύλιο. Η Μπάρτσα σαν ομάδα, ήταν αντανάκλαση της καταλανικής κοινωνίας. Φυσικά, με την έναρξη του Εμφυλίου, η ομάδα υπέφερε κι αυτή. Οι κρατικοί θεσμοί κατέρρευσαν, ο αριθμός των μελών μειώθηκε, υπήρχε και οικονομική κρίση, αλλά προπαντός, η μεγάλη ομάδα που από το 1919 μέχρι το 1929 είχε κατακτήσει τα πάντα, σταμάτησε.
Δεδομένου ότι η Μπάρτσα υπερασπίστηκε την δημοκρατική καταλανική πλειοψηφία, την καταλανική ταυτότητα και την Δημοκρατία, έγινε στόχος του θυμού των φασιστών. Τα γραφεία βομβαρδίστηκαν και ο πρόεδρος Ζοζέπ Σουνιόλ σκοτώθηκε από δυνάμεις του Φράνκο. Χίλιοι άνθρωποι πέθαναν στον βομβαρδισμό της Βαρκελώνης μέσα σε τρεις μέρες, τον Μάρτιο του 1938. Οι βόμβες κατέστρεψαν τα γραφεία της Μπάρτσα, διαλύοντας πολλά από τα τρόπαια που είχε κατακτήσει. Πιο πρόσφατα, τα απομεινάρια λιώθηκαν και φτιάχτηκε ένα γλυπτό εις μνήμην της τραγωδίας. Ο Εμφύλιος αφαίρεσε πολλές ζωές και αποκαρδίωσε τους Καταλανούς, που στην πλειοψηφία τους στήριξαν την Δημοκρατία που νικήθηκε.
Μετά τον πόλεμο, η φασιστική δικτατορία του στρατηγού Φράνκο, που θα έμενε στην εξουσία ως ιστορικός αναχρονισμός για 40 χρόνια, είχε σοβαρές επιπτώσεις. Η θέση της Μπάρτσα ήταν πολύ λεπτή. Σαν ομάδα είχε τοποθετηθεί για πολλά χρόνια υπέρ των δημοκρατικών ιδεωδών και της καταλανικής ταυτότητας. Από το 1921, τα Καταλανικά είναι η επίσημη γλώσσα στην ομάδα. Και ξαφνικά, το 1939, βρίσκεται υπό δικτατορία. Έλεγχαν όλες τις ομάδες. Όχι μόνο τη Μπάρτσα, αλλά και αλλού. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου διορίζονταν κατευθείαν από Εθνική Αθλητική Αντιπροσωπία της Φάλαγγας. Το πιο αξιοσημείωτο για τη Μπάρτσα ήταν ότι η ομάδα αναγκάστηκε να αποδείξει ότι δεν ήταν η Μπάρτσα του παρελθόντος. Έπρεπε να απαρνηθεί τις αξίες που αντιπροσώπευε πριν τον πόλεμο.
Όσο ο κόσμος καιγόταν στη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου, η Ισπανία ήταν μια κατεστραμμένη χώρα. Όλες οι ομάδες προσπάθησαν να ανακάμψουν. Η νεολαία είδε το ποδόσφαιρο σαν τρόπο διαφυγής, ακόμα κι αν έπρεπε να πληρώσουν για παπούτσια, φανέλες και μπάλες. Οι μπάλες ήταν μάρκας "Νίτραμ". Για να παίξουμε βράδυ τις βάφαμε άσπρες, αφού δεν υπήρχαν άσπρες μπάλες. Όλες έβγαιναν στο χρώμα του δέρματος. Μ' αυτές τις μπάλες, αν το γήπεδο ήταν βρεγμένο, το βάρος τους μεγάλωνε από 100 γραμμάρια σε ενάμισι κιλό. Και δεν είχαμε και τα σημερινά γάντια. Συχνά σκέφτομαι "Πώς δεν έπιασε τη μπάλα με τα γάντια που φορά"; Φοράγαμε μάλλινα γάντια που τα έφτιαχνε η μητέρα μου. Και τα φοράγαμε μόνο όταν έβρεχε.
Μετά τον πόλεμο, το 1942, η Μπάρτσα είχε μόνο 3500 μέλη και ήταν στα πρόθυρα υποβιβασμού στη Δεύτερη Κατηγορία. Οι αρχές άλλαξαν το έμβλημα, έβγαλαν τις τέσσερις ρίγες της καταλανικής και έβαλαν τις δύο ρίγες της ισπανικής σημαίας. Το όνομα ήταν πλέον στα Ισπανικά, "Κλουμπ ντε Φούτμπολ Μπαρθελόνα". Η ομάδα πέρασε δύσκολα χρόνια, αλλά σταδιακά ανέκαμψε και έβγαλε νέους θρύλους, όπως τον τερματοφύλακα Αντόνι Ραμαγέτς. Ο Αντόνι ήταν το είδωλο όλων. Τον ονόμασαν "Η Φτερωτή Γάτα". Είναι αστείο γιατί έφερνε τη στολή του τερματοφύλακα στο σπίτι του και η μαμά του την έπλενε και τη σιδέρωνε. Τότε αγοράζαμε εμείς τις φανέλες. Τώρα τις χαρίζουν μετά τον αγώνα. Αν έδινα τη φανέλα μου, δεν θα έπαιζα την επόμενη Κυριακή.
Κανείς παίχτης του προηγούμενου αιώνα δεν συγκρίνεται με τον Λαντισλάο Κουμπάλα, έναν σλοβακικής καταγωγής Ούγγρο που ξέφυγε από τον κομμουνισμό και εγκαταστάθηκε στην Ισπανία. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια παίζοντας μπάλα στη Βουδαπέστη, ήταν μεγάλο ταλέντο και είχε την διάπλαση που θα του έφερνε επιτυχία. Ήρθε στην Μπάρτσα το 1950 και έφερε μια νέα χρυσή εποχή. Ο Κουμπάλα είναι θρύλος στην ιστορία της Μπάρτσα. Ήταν πολύ καλός παίχτης. Ένας παίχτης που εκείνη την εποχή περιτριγυριζόταν από μια σειρά πολύ σοβαρών καταστάσεων άσχετες με τον αθλητισμό. Ήταν, στην τελική, ένας πρόσφυγας από το Ανατολικό Μπλοκ που είχε ήδη μπει στον Ψυχρό Πόλεμο. Ήρθε στην Μπάρτσα και έφερε μια ποδοσφαιρική επανάσταση. Έκανε κοντρόλ και με τα δύο πόδια, είχε απίστευτη τεχνική. Έπαιζε με τη μπάλα καθιστός και δεν την άφηνε να πέσει σαν να ήταν σε τσίρκο. Μπορούσαμε να το κάνουμε αιώνια. Γιατί; Ο Κουμπάλα εξουσίαζε τη μπάλα. Έπαιζε και στον ύπνο του. Έδειξε στον κόσμο πράγματα που δεν είχαμε ξαναδεί. Τα πλήθη συνέρρεαν στο γήπεδο για να δουν τον Κουμπάλα. Ήταν η Μπάρτσα με τις πέντε κούπες. Όλοι ήθελαν να παίξουν εκεί.
Τη δεκαετία του '50, ο Κουμπάλα ήταν απ' αυτούς που έδωσαν στην ομάδα μια άλλη κοινωνική και ποδοσφαιρική διάσταση. Όλοι οι δημοφιλείς παίχτες της εποχής ήθελαν να είναι κοντά στον Κουμπάλα. Η Μπάρτσα είχε πάντα τη δική της κουλτούρα, αλλά χρειάζεται ένας ξένος για να τη μεταφέρει στο γήπεδο. Συνέβη με τον Κουμπάλα, συνέβη με τον Κρόιφ, στη συνέχεια με τον Ροναλντίνιο και τώρα με τον Μέσι. Δεν είναι κάτι που συμβαίνει σε πολλές ομάδες. Η Μπάρτσα φτιάχνει μια ομάδα, αλλά τη διαφορά κάνει συνήθως ένας ξένος, που απορροφά την κουλτούρα των "κουλέ" και το στιλ παιχνιδιού και ανεβάζει το επίπεδο παραπάνω απ' ό,τι ένας εγχώριος παίχτης. Είναι πολύ ενδιαφέρον, αφού συνδέεται με το πνεύμα του Γκαμπέρ. Ο Κουμπάλα αντικαθιστά τον Γκαμπέρ στην κορυφή της λίστας των θρύλων. Ήταν ένα πολύ δημοφιλές είδωλο που ξεπέρασε τα σύνορα. Μαζί του, η Μπάρτσα έγινε η καλύτερη ομάδα της εποχής, με δραματική αύξηση των μελών της. Έπρεπε να φτιάξει καινούριο γήπεδο, το Καμπ Νου που άνοιξε το 1957 με χωρητικότητα 93.000 θεατών.
ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΚΑΜΠ ΝΟΥ 24 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1957. Το μεγαλύτερο γήπεδο στην Ευρώπη. Η Μπάρτσα κέρδισε πέντε πρωταθλήματα και πέντε κύπελλα Ισπανίας σε δέκα χρόνια. Επίσης κατέκτησαν ευρωπαϊκό τίτλο, το Λατινικό Κύπελλο. Δεν υπήρχε Ευρωπαϊκό Κύπελλο. Η Μπάρτσα κυριαρχούσε στην Ισπανία, αλλά είχε και σημαντική ευρωπαϊκή πορεία. Η Μπάρτσα περνά στην καλύτερη περίοδο από το τέλος του Εμφυλίου. Παίζει την καλύτερη μπάλα με τον καλύτερο Ευρωπαίο παίχτη και θα πάρει και τον καλύτερο Λατινοαμερικάνο, τον Αργεντινό Αλφρέντο Ντι Στέφανο, παίχτη της Ρίβερ Πλέιτ που παίζει στη Μιλιονάριος της Μπογκοτά. Με δύο αστέρες, η Μπαρτσελόνα δεν θα είχε αντίπαλο για πολλά χρόνια. Όμως η Ρεάλ Μαδρίτης που είχε να πάρει τίτλο 21 χρόνια, παρεμβάλλεται στη μεταγραφή.
Η Μπάρτσα είχε συμφωνήσει με τη Ρίβερ Πλέιτ, την ομάδα που είχε τα δικαιώματα του Ντι Στέφανο. Και η Ρεάλ Μαδρίτης έρχεται σε συμφωνία με τη Μιλιονάριος της Μπογκοτά, την ομάδα που έπαιζε ο Ντι Στέφανο, με τον όρο της εποχής για τον δανεισμό, "εν απουσία". Η Μπαρτσελόνα έφερε τον Ντι Στέφανο στην Ισπανία. Έναν παίχτη που έφυγε από την Αργεντινή μετά από απεργία των παιχτών και ζούσε στην Κολομβία, παίζοντας σε παράνομο πρωτάθλημα. Ο παίχτης μπορούσε να πάρει μεταγραφή μόνο από την ομάδα που είχε τα δικαιώματά του, τη Ρίβερ Πλέιτ και η Μπάρτσα τήρησε τον νόμο. Ο Ντι Στέφανο φτάνει στη Μπάρτσα και προπονείται, παίζει ακόμα και σε κάποια φιλικά. Στη συνέχεια στήθηκε ολόκληρη επιχείρηση από την Ισπανική Ομοσπονδία, τη Ρεάλ Μαδρίτης και την Εθνική Αντιπροσωπεία Αθλητισμού της Φάλαγγας, για να μπουν κάθε λογής νομικά εμπόδια. Τα προαπαιτούμενα για την άφιξη ξένων παιχτών άλλαζαν καθημερινά. Όταν είχε ήδη υπογράψει στη Μπάρτσα, ξαφνικά απαγορεύτηκαν οι ξένοι παίχτες. Όταν μπορούσε να πάει στη Μαδρίτη, ο νόμος άλλαξε και πάλι. Ένα ατέλειωτο πηγαινέλα, στο στιλ του 1953, με όλα τα νομικά μέτρα να απαγορεύουν τη μεταγραφή στη Μπάρτσα. Η δικτατορία ευνοούσε τη Ρεάλ Μαδρίτης επειδή δεν εμπιστεύονταν τη Μπάρτσα, λόγω της καταλανικής ιστορίας της.
Η διαμάχη κράτησε πολλούς μήνες. Η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία είπε ότι ο Ντι Στέφανο θα έπαιζε ένα χρόνο σε κάθε ομάδα, ξεκινώντας από τη Ρεάλ Μαδρίτης, μια εξευτελιστική λύση που η Μπάρτσα απέρριψε. Η Ρεάλ έχτισε την ιστορία της γύρω από τον Ντι Στέφανο. Η ιστορία της Ρεάλ Μαδρίτης που ξέρει ο κόσμος, ξεκινά με τα πέντε Ευρωπαϊκά Κύπελλα του Ντι Στέφανο. Δεν αποτελεί έκπληξη ότι αυτή η υπόθεση έφερε μεγάλη πικρία και δυσαρέσκεια που βάθυνε τη δεκαετία του '60 με τις ανάστροφες τύχες των ομάδων. Η Ρεάλ εκμεταλλεύτηκε την πτώση της Μπάρτσα και με τις καλές της σχέσεις με το καθεστώς κατέκτησε πέντε συνεχόμενα Ευρωπαϊκά Κύπελλα, χάρη σε μια εκπληκτική γενιά παιχτών με αρχηγό τον Ντι Στέφανο.
Με την απόσυρση του Κουμπάλα το 1961, η Μπάρτσα πνιγόταν στα χρέη από τα δάνεια για το Καμπ Νου. Διακόσια ογδόντα τέσσερα εκατομμύρια πεσέτες τότε. Και αναγκάστηκε να πουλήσει τον νικητή της Χρυσής Μπάλας, Λουίς Σουάρεθ. Αναγκάστηκε να πουλήσει τον Λουισίτο Σουάρεθ, ανάλογο του να πουλήσει τον Μέσι σήμερα. Δεν έχουμε Μέσι πια. Θα είναι αισθητή η απουσία του; Φυσικά και θα είναι. Και η απουσία του Σουάρεθ ήταν αισθητή. Έτσι ξεκίνησε μια εξαιρετικά αδύναμη εποχή. Πέρασαν δεκατέσσερα χρόνια χωρίς πρωτάθλημα. Αυτό δεν εξηγείται μόνο από μερικές αποτυχημένες μεταγραφές, αλλά και απ' την έλλειψη πόρων. Ο αιώνιος αντίπαλός μας κέρδιζε τα πάντα. Είχαν βοήθεια από το κράτος, αλλά δεν εξηγεί τα λάθη μας. Οι συγκυρίες έγιναν πολλές και μέσα απ' όλα τα χρόνια πικρίας, γεννήθηκε ένα αίσθημα θυματοποίησης.
Για χρόνια τα συναισθήματα των οπαδών ήταν μεταξύ θυματοποίησης και θυμού, μαζί με σκληρή κριτική στους παίχτες, με κατηγορίες φιλοχρηματίας και ότι πρόδιδαν το πνεύμα της αγάπης του Γκαμπέρ για την ομάδα. Η κριτική πάντα πονάει. Θα ήταν αφύσικο να μην πονά. Το να σου ασκούν κριτική και να λένε ότι η δουλειά σου στο γήπεδο δεν είναι ικανοποιητική ή δεν είναι η καλύτερη στον κόσμο... πάντα πονάει. Συχνά η κριτική βοηθά και σε κάνει να θες να βελτιωθείς. Ο κόσμος πιστεύει ότι κερδίζεις εύκολα, ότι η Μπάρτσα πάντα ήταν ομάδα που κέρδιζε, στην ιστορία της, αλλά δεν είναι έτσι. Η δεκαετία του '60 ήταν η χειρότερη στην ιστορία της. Η πίκρα και η παράλυση ήταν σε αντίθεση με την αφύπνιση, την πολιτιστική επανάσταση με μπάντες σαν του Μπιτλς, τον Μάη του '68 στη Γαλλία, τα κοινωνικά κινήματα, τη διαμάχη στο διάστημα μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ και τον πρώτο άνθρωπο στο φεγγάρι. Ήταν εποχή κοινωνικής και οικονομικής προόδου, περισσότερης δημοκρατίας. Ενώ η δικτατορία του στρατηγού Φράνκο κυβερνούσε την Ισπανία, ο κόσμος ήθελε τη χώρα να μπει στη σύγχρονη εποχή, όπως η υπόλοιπη Ευρώπη.
Ο Άγιαξ του Άμστερνταμ ήταν η ολλανδική ομάδα που όλοι ζήλευαν. Είχε πάρει τα ηνία στην Ευρώπη από τη Ρεάλ και είχε φέρει την επανάσταση με μια νέα φιλοσοφία, το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο, έργο του προπονητή του, Ρίνους Μίχελς. Η αποκαρδιωμένη Μπάρτσα βρήκε τη λύση στην Ολλανδία. Ο Ρίνους Μίχελς ήρθε πρώτος και έναν χρόνο αργότερα τον ακολούθησε ο Γιόχαν Κρόιφ που έτυχε υποδοχής ροκ σταρ. Ο Κρόιφ ήταν με τον τρόπο του καταλύτης στο γήπεδο, αλλά ήταν και ένας νέος, σύγχρονος παίχτης που σκεφτόταν και άλλα θέματα. Τον ρωτούσαν για το διαζύγιο και για θέματα που κανείς δεν συζητούσε και μιλούσε ανοιχτά, σαν φιλελεύθερος άνθρωπος που ήταν. Ο Κρόιφ ήταν ένα σύμβολο της Ευρώπης που δεν ήμασταν μέρος. Έφερε νέες προσδοκίες. Και αρχίσαμε να τελειοποιούμε τον τύπο ποδοσφαίρου από την Ολλανδία που μεταφύτεψε ο Ρίνους Μίχελς. Το "ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο", όπου όλοι οι παίχτες αμύνονται και επιτίθενται. Με τον Κρόιφ τελειοποιήσαμε το σύστημα και κερδίσαμε με μεγάλη διαφορά. Από την ώρα που ξεκίνησα να παίζω εκείνη τη χρονιά, δεν χάσαμε ούτε έναν
μέτρα πλέον. Ένιωθες ότι ήταν μόνο τρία μέτρα. Είχαν τον Ντουκαντάμ στο τέρμα και ήταν ήδη διάσημος για τις αποκρούσεις πέναλτι. Δεν ξέρω αν το έχασα ή το έπιασε. Για μας ήταν το ίδιο. Με τους παίχτες που είχε η Μπάρτσα, ήταν αδύνατο να μη σκοράρει κανείς.
Πιστεύω ότι ήταν η πιο ιστορική ήττα για τη Μπάρτσα. Πονάει πολύ. Πάρα πολύ. Μπορεί να έχεις πολύ καλή ομάδα, φοβερούς παίχτες, αλλά δεν κερδίζεις πάντα και πρέπει να αποδεχτείς ότι ίσως αντιμετωπίσεις μια ομάδα που θα παίξει καλύτερα. Όταν τα αποτελέσματα είναι ευνοϊκά, όλα φαίνονται ευκολότερα, αλλά το ποδόσφαιρο ή ο αθλητισμός δεν είναι έτσι. Γι' αυτό μερικές φορές, όταν δεν κερδίζεις, όταν χάνεις έναν τίτλο ή το πρωτάθλημα, είναι σαν το τέλος του κόσμου. Η πικρία της ήττας κράτησε δύο χρόνια.
Η Μπάρτσα δεν κέρδισε κανέναν τίτλο τη σεζόν '86-'87 και στα μισά της επόμενης, οι παίχτες εξεγέρθηκαν κατά του προέδρου για δύο παραμέτρους των συμβολαίων: της Ομοσπονδίας και των δικαιωμάτων εικόνας. Η Εφορία έκρινε παράνομη την πρακτική και διέταξε τους παίχτες να πληρώσουν, όπως και κάποια επιπρόσθετα πρόστιμα. Οι παίχτες ένιωσαν αδικημένοι και κατηγόρησαν τη διοίκηση. Μεγάλο σκάνδαλο.
Εμείς οι επαγγελματίες παίχτες της πρώτης ομάδας της Μπαρτσελόνα, από σεβασμό στους οπαδούς, τα αληθινά θύματα της καταστροφικής διαχείρισης του προέδρου και της διοίκησης, νιώθουμε την ανάγκη να εκφραστούμε δημόσια. Αν κάποιος παίχτης δεν θέλει να είναι εδώ, μπορεί να φύγει. Οι πόρτες είναι ανοιχτές, γιατί προέχει η ομάδα. Η διαμάχη κατέληξε σε πλήρη ανανέωση του ρόστερ και στην επιστροφή του ανθρώπου που θα αναζωογονούσε την ομάδα, του Γιόχαν Κρόιφ, πλέον στο πόστο του προπονητή.
Ήταν ξεκάθαρος κατά την άφιξή του. Επιστροφή στο ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο, σε μια ανανεωμένη μορφή του και πάνω απ' όλα, η ομάδα έπρεπε να σταματήσει να παίζει το θύμα. Τι θέλει η Μπάρτσα; Να είναι η καλύτερη. Αν θες να είσαι ο καλύτερος, να φέρεσαι σαν τον καλύτερο. Αλλιώς δεν έχει νόημα. Δεν γίνεται να είσαι θύμα και ο καλύτερος. Είναι αδύνατο. Οπότε... πρέπει να είσαι κυρίαρχος. Στο ποδόσφαιρο πρέπει να κρατάς τη μπάλα. Εκείνη την εποχή αυτό ήταν επανάσταση, αλλά στο μυαλό μου δεν ήταν επανάσταση. Χρειαζόμασταν παίχτες γι' αυτό.
Ο Κρόιφ εισήγαγε την άσκηση "ρόντο" στην προπόνηση. Αυτή η άσκηση ενθαρρύνει τους παίχτες να μη χάνουν τη μπάλα όταν την έχουν και να την κλέβουν όταν είναι στη μέση του κύκλου. Ρόντο... Αν το εφηύρα; Πάντα έπαιζα ρόντο γιατί δεν μου άρεσε να τρέχω. Και κάπως έτσι γεννήθηκε. Αλλάξαμε απ' το να είμαστε δυνατότεροι στο να είμαστε πιο δημιουργικοί τεχνικά, χωρίς να αμελούμε τη φυσική κατάσταση. Δώσαμε μεγαλύτερη σημασία στη μπάλα, στις πάσες, το κοντρόλ, την ταχύτητα του παιχνιδιού, τις κοντινές πάσες, διαφορετικά απ' ό,τι παίζαμε παλιότερα, ένα πιο ευθύ στιλ παιχνιδιού που ζητούσε να μπεις γρήγορα στην περιοχή.
Ήταν φοβερός προπονητής. Τρομερή κατανόηση του παιχνιδιού σε σχέση με... θέματα τακτικής και σαν μεμονωμένος παίχτης βελτιωνόσουν και σκεφτόταν τη δημιουργία χώρου όταν είχαμε τη μπάλα. Όταν η ομάδα του επιτίθεται, ανοίγεις το παιχνίδι όσο μπορείς. Όταν αμύνεσαι, κλείνεις τον αντίπαλο. Οι προπονήσεις ήταν κυρίως για την κατοχή της μπάλας και την εύρεση χώρου. Ήταν φανταστικός. Επίσης ήταν συνήθως ο καλύτερος παίχτης στην προπόνηση. Πρώτα ψάχναμε τον αθλητή. Και μετά τον κάναμε ποδοσφαιριστή. Εμείς το αλλάξαμε. Πρώτα ψάχναμε τον ποδοσφαιριστή. Και μετά, αν γινόταν, τον κάναμε αθλητή. Και από εκείνη τη στιγμή που δούλεψε αυτό στη Μπάρτσα είχαμε παίχτες χωρίς εξαιρετικά σωματικά προσόντα, αλλά που έπαιζαν μπάλα.
Ένας απ' τους νέους παίχτες που έπαιζε μπάλα με μυαλό παρά σωματική δύναμη ήταν ο Πεπ Γκουαρντιόλα που μπήκε στη Λα Μασία στα 13. Όταν ο Κρόιφ τού έδωσε το ντεμπούτο του στην πρώτη ομάδα, ήταν 19. Ο Πεπ έγινε παράδειγμα προς μίμηση στα παιδιά των ακαδημιών. Σωματικά ήταν κανονικός. Όχι πολύ γρήγορος ή δυνατός, ούτε πολύ σκληρός, αλλά είχε όραμα και πάντα ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Στην αρχή τσαντιζόταν λίγο. Ναι, νευρίαζε. Νευρίαζε με τον εαυτό του όταν έκανε κάτι σωστά ή λάθος. Ήταν πολύ απαιτητικός με τον εαυτό του. "Γιατί κάνουμε αυτό; Γιατί παίζουμε έτσι; Τι έγινε σ' αυτή τη φάση; Γιατί δεν παίζει;" Είναι σαν σφουγγάρι. Πέρασε τη φάση "σφουγγάρι" που ρωτούσε και μάθαινε.
Εκτός του Γκουαρντιόλα, ήταν και παίχτες σαν τον Ρόναλντ Κούμαν, έναν παίχτη με εξαιρετικό κοντρόλ, το Χοσέ Μαρί Μπακέρο, έναν δυναμικό παίχτη, τον Μίκαελ Λάουντρουπ, που γνώριζε την τέχνη της ντρίμπλας, τον δυνατό και ηλεκτρικό Χρίστο Στόιτσκοφ ή τον Ρομάριο, τη βραζιλιάνικη μηχανή των γκολ. Όλοι είχαν αξιοζήλευτη προσωπική τεχνική και ο Κρόιφ τους χρησιμοποίησε στην υπηρεσία της επαναστατικής του ιδέας. Πρώτα η τεχνική, μετά η δύναμη. Πρώτα η ομάδα, μετά ο παίχτης. Διατήρηση της κατοχής και δημιουργία κενών χώρων που εκπλήσσουν στον αντίπαλο. Όταν η ομάδα έπαιζε στη μέγιστη ταχύτητα, τίποτα δεν τη σταματούσε. Μετά ξεχνιόντουσαν και ίσως δέχονταν γκολ ή γινόταν κάτι, αλλά είχαν τυφλή πίστη και αυτοπεποίθηση που δεν έχω ξαναδεί σε ομάδα.
Η ομάδα του Κρόιφ πήρε το πρωτάθλημα Ισπανίας το '91. Το '92 έφτασε στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών κερδίζοντας τον κόσμο. Όμως πριν τον αγώνα, το φάντασμα του χαμένου τελικού στη Σεβίλλη επέστρεψε. Οι παίχτες είχαν τρομερή ευθύνη. Η ομάδα ήταν υπό πίεση, γιατί... οι οπαδοί της Μπάρτσα ήταν ακόμα... φοβισμένοι ότι θα χάσουν πάλι στον τελικό, εξαιτίας του αγώνα στη Σεβίλλη με τη Στεάουα. Όμως εμείς οι παίχτες και ειδικά ο Γιόχαν ήμασταν πεπεισμένοι ότι θα κερδίσουμε τη Σαμπντόρια.
ΤΕΛΙΚΟΣ ΚΥΠΕΛΛΟΥ ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΡΙΩΝ 1991-92 ΓΟΥΕΜΠΛΕΪ, ΛΟΝΔΙΝΟ, 20 ΜΑΪΟΥ 1992
Η ένταση είναι καλή, αλλά όχι το άγχος. Στον τελικό, λογικά, όλοι γύρω από τη Μπαρτσελόνα έπαιζαν το θύμα, "να δούμε τι θα πάθουμε". Τότε είπα στους παίχτες, "Δεν ξέρω αν θα ξαναπαίξουμε τελικό, γι' αυτό απολαύστε το όπως και να 'χει". Ήμασταν στη παράταση. Μου φαίνεται στο 108ο λεπτό. Και κάτι που ήμουν καλός σαν παίχτης ήταν η εκτέλεση φάουλ. Είχαμε κερδίσει φάουλ λίγο έξω από την μεγάλη περιοχή, τρία, τέσσερα μέτρα από την περιοχή. Και οι τρεις μας αποφασίσαμε τι θα κάνουμε. Είδαμε ότι το τοίχος ήταν κοντά στο τέρμα και είπαμε να το παίξουμε με πάσα για να έχουμε καλύτερες πιθανότητες. Οι τρεις μας το αποφασίσαμε στη στιγμή. Ο διαιτητής σφυρίζει. Είχα την αίσθηση ότι θα βάλω γκολ. Πρέπει να έχεις τύχη γιατί συνήθως η μπάλα χτυπάει σε αμυντικό που βγαίνει απ' το τοίχος, σωστά; Χτύπησα τη μπάλα δυνατά, κοντά στο δοκάρι που κάλυπτε ο τερματοφύλακας, αλλά τον εξέπληξε η ταχύτητα της μπάλας. Είναι δυνατό συναίσθημα που δύσκολα περιγράφεται γιατί το να κερδίσει η Μπαρτσελόνα ένα τέτοιο τρόπαιο για πρώτη φορά... Ήταν φανταστικό. Ήταν αξέχαστο. Ειδικά για μένα, αφού έβαλα το μοναδικό γκολ του αγώνα.
Φτάσαμε στο αεροδρόμιο Ελ Πρατ και οι δρόμοι είχαν γεμίσει. Στη Βαρκελώνη, πρέπει να είχε βγει πάνω από ένα εκατομμύριο στους δρόμους. Επίσης θυμάμαι ότι για τη φιέστα πήγαμε στο Καμπ Νου μπροστά σε 60.000 με 70.000 κόσμο. Ο ήρωας του Γουέμπλεϊ, Ρόναλντ Κούμαν! Είναι αδύνατο να νιώσω περισσότερη χαρά από εκείνη τη μέρα. Το ποδόσφαιρο σου δίνει πολλά, αλλά ποτέ δεν ένιωσα ξεχωριστός. Πολλές φορές σε συγκεκριμένη ηλικία ίσως τρελαθείς λίγο, αλλά, ειλικρινά, θα ήταν ενάντιο στη φύση μου, να πιστέψω ότι είμαστε θεοί ή ξεχωριστοί. Να θεωρούμε τους εαυτούς μας τυχερούς. Τυχερούς που ήμασταν εκεί και κερδίσαμε το πρώτο Κύπελλο Πρωταθλητριών. Ζήτω η Καταλονία! Ζήτω η Μπάρτσα! Πολίτες της Καταλονίας, το κύπελλο είναι εδώ! -Ζήτω... -Η Μπάρτσα! -Και ζήτω... -Η Καταλονία!
Η Μπαρτσελόνα είχε εγκαταλείψει τη μοιρολατρία. Είχε πλέον μια ονειρεμένη ομάδα. Αναγνωρίστηκε σαν ομάδα και όλοι τη σέβονταν και τη φοβούνταν. Δύο μήνες αργότερα, η Βαρκελώνη θα γινόταν γνωστή στα πέρατα του κόσμου με τους φανταστικούς Ολυμπιακούς Αγώνες. Όμως η επαναστατική ομάδα-όνειρο θα διαλυόταν το 1996 μετά από τέσσερα πρωταθλήματα Ισπανίας, ένα Κύπελλο Ισπανίας, ένα Τσάμπιονς Λιγκ και ένα ΟΥΕΦΑ Σούπερ Καπ. Ο Κρόιφ έμεινε οχτώ χρόνια στη θέση του προπονητή. Η τελευταία του χρονιά ήταν απογοητευτική με αμφιλεγόμενες μεταγραφές και μάχες με τη διοίκηση. Τον διαδέχτηκε ο Άγγλος Μπόμπι Ρόμπσον και στη συνέχεια άλλος ένας Ολλανδός, ο Λούις Φαν Χάαλ.
Αν ο Κρόιφ δούλευε με έμπνευση, ο Φαν Χάαλ ήταν παράδειγμα σκληρής δουλειάς και μεθοδικότητας. Για τους Ισπανούς ήταν έκπληξη ένας προπονητής να δουλεύει τόσο σκληρά, παραπάνω από οχτώ ώρες στο γήπεδο τη μέρα. Όχι μόνο στην προπόνηση, αλλά και στα βιβλία, τα παραρτήματα, στη δομή της ομάδας. Πρέπει να δουλέψεις σκληρά. Όχι μόνο στην κατοχή της μπάλας που πρέπει να τελειοποιήσω. Οι παίχτες πρέπει να δουλέψουν και όταν χάνουν τη μπάλα. Είναι η εκλογίκευση του γηπέδου. Το τετράγωνο κεφάλι του μεταφράζει το γήπεδο σαν πλέγμα. Για τις τοποθετήσεις, την κατανομή του γηπέδου, είναι ο τέλειος δάσκαλος. Και σαν δάσκαλος είναι απαραίτητος. Ο Λούις Φαν Χάαλ άφησε το στίγμα του. Έδωσε ευκαιρίες σε πολλά παιδιά από τη Λα Μασία και έφερε δύο μεγάλους παίχτες στην πρώτη ομάδα: Τον Κάρλες Πουγιόλ και τον Τσάβι Ερνάντεθ. Στην περίπτωση του Τσάβι, η τύχη του δέθηκε με τον Πεπ Γκουαρντιόλα, γιατί όταν έφυγε, ο Τσάβι τον αντικατέστησε ως πλέι μείκερ.
Ο Γκουαρντιόλα είχε πει ήδη αντίο. Είχε εδραιωθεί σαν παίχτης-κλειδί στη ομάδα, αλλά δεν ένιωθε ότι τον εκτιμούν μετά από δέκα χρόνια και έφυγε στο εξωτερικό. Το αποχαιρετιστήριο παιχνίδι του ήταν στις 11 Απριλίου 2001. Οι οπαδοί δεν καταλάβαιναν γιατί κάποιος που ήταν στη Μπάρτσα 13 χρόνια, ένας απόφοιτος της Λα Μασία, ήθελε να φύγει στο απόγειο της καριέρας του. Όταν λέει ότι φεύγει απ' τη Μπάρτσα, ο Γκουαρντιόλα μπορούσε να πάει στη Γιούβε ή σε κάποια άλλη μεγάλη ομάδα, αλλά κατέληξε στη Μπρέσια, που σε κάνει ν' αναρωτιέσαι. "Διάολε. Έφυγες από τη Μπάρτσα για τη Μπρέσια; Είναι αδύνατο!" Υπήρχε πρόβλημα με το συμβόλαιο. Η Γιούβε αποσύρεται την τελευταία στιγμή και καταλήγει να παίζει στη Ρόμα. Ήταν σημαντικό για τον Πεπ Γκουαρντιόλα ως άνθρωπο να φύγει απ' το σπίτι του. Ένιωθε ότι δεν τον εκτιμούσε η διοίκηση. Ήθελε την περιπέτεια και πήγε στη Μπρέσια, στη Ρόμα και σε πρωτάθλημα στον Περσικό Κόλπο. Μπερδευόμουν που ένας μεγάλος παίχτης έπαιζε σ' αυτό το επίπεδο. Το ευχαριστήθηκε, οπότε εντάξει. Τον κάλεσε ο Σερ Άλεξ Φέργκιουσον στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, αλλά έπρεπε να δοκιμαστεί πρώτα, στη Μάντσεστερ Σίτι τού είπαν "Όχι, ευχαριστώ". Τι παράξενη εμπειρία για έναν μεγάλο ποδοσφαιριστή του σύγχρονου ποδοσφαίρου.
Την επόμενη Τρίτη, ο Ζοζέπ Γκουαρντιόλα θα ταξιδέψει και πάλι στη Ρώμη για τη δεύτερη ανάλυση μετά το θετικό τεστ για νανδρολόνη μετά το ματς Λάτσιο-Μπρέσια. Είναι ένα ακόμα βήμα στον αγώνα του να αποδείξει την αθωότητά του. Στην αρχή έπεσε σε κατάθλιψη. Δεν το πίστευε. Στη συνέχεια, ξεκίνησε τον αγώνα του για την αλήθεια. Είπε ότι δεν είχε πάρει τίποτα και ότι η ουσία εκκρίθηκε απ' το σώμα του. Έμαθε τα πάντα για τη νανδρολόνη και δεν σταμάτησε μέχρι να αθωωθεί από το δικαστήριο. Η περιπέτεια του Γκουαρντιόλα μακριά απ' τη Μπάρτσα ήταν όλο ατυχίες. Όμως οι δυσκολίες σμίλεψαν τον χαρακτήρα του και αυτό θα αποδεικνυόταν σημαντικό όταν επέστρεψε στην ομάδα.
Μια εξαιρετικά ανταγωνιστική φύση είναι απαραίτητη για να φτάσεις στην κορυφή, όπως αναγνωρίζει ο κορυφαίος μπασκετμπολίστας, Πάου Γκασόλ που επίσης προέρχεται από τη Μπάρτσα. Είναι θέμα προσωπικότητας και χαρακτήρα. Επίσης είναι το τι άνθρωπος και παίχτης είσαι, τι φιλοδοξίες έχεις, αν επιθυμείς να συνεχίσεις να παίζεις και να κάνεις ό,τι μπορείς να μείνεις ψηλά. Είναι θέμα νοοτροπίας και στάσης. Πώς δέχεσαι τα πράγματα, πού εστιάζεις, τι προτεραιότητες έχεις και τι διατίθεσαι να θυσιάσεις για να πετύχεις τους στόχους σου. Απαιτώ πολλά απ' τον εαυτό μου και μετά αγωνίζομαι με άλλους και αυτό με παρακινεί, αφού είμαι ανταγωνιστικός.
Ο Πάου Γκασόλ ήρθε στη Μπάρτσα στα 16. Μαζί του, η ομάδα κέρδισε το Ισπανικό Πρωτάθλημα Νέων. Στα 21, πήρε το ρίσκο και έφυγε για το ΝΒΑ και γρήγορα εδραιώθηκε σαν παγκόσμιος αστέρας. Ο Γκασόλ μεγάλωσε σε ένα από τα πιο επιτυχημένα τμήματα της Μπαρτσελόνα. Τα τμήματα μπάσκετ, χάντμπολ, χόκει με πατίνια και ποδοσφαίρου σάλας έχουν κατακτήσει αναρίθμητα εθνικά και διεθνή τρόπαια σε όλες τις διοργανώσεις. Στη πολύχρονη ιστορία της, η Μπάρτσα είχε τμήματα στίβου, ράγκμπι, μπέιζμπολ, βόλεϊ και χόκεϊ επί πάγου. Όλα τους συνεισέφεραν στην παγκόσμια φήμη της ομάδας.
Αντίθετα με άλλες ομάδες, η Μπάρτσα ποτέ δεν ελεγχόταν από έναν μόνο ιδιοκτήτη ή μια εταιρία. Είναι ένα μοναδικό γεγονός. Ιδιοκτήτες είναι τα 150.000 μέλη της, που εκφράζονται δημοκρατικά, ψηφίζουν το διοικητικό συμβούλιο και αποφασίζουν για μελλοντικά σχέδια. Δυστυχώς την εποχή της ομάδας-όνειρο του Κρόιφ ακολούθησαν κάποια χρόνια αποτυχιών και έτσι τα μέλη ψήφισαν ριζικές αλλαγές το 2003. Σήμερα είναι μια σημαντική μέρα αλλαγών για το καλό της ομάδας. Και θέλουμε να... Η νέα διοίκηση έβαλε μπροστά ένα καινούριο πρότζεκτ. Με τον Φρανκ Ράικαρντ προπονητή και ένα παίχτη που περιέκλειε τη μαγεία της Βραζιλίας, τον Ροναλντίνιο Γκαούτσο.
Ο Ροναλντίνιο είχε εκπληκτικές πρώτες δύο χρονιές και με τον τρόπο του έσπασε την κατάρα των τελευταίων χρόνων πριν έρθει, ειδικά τα χρόνια μετά τον Φαν Χάαλ που ήταν πολύ δύσκολα. Την μετά Κρόιφ εποχή. Η ομάδα αναγεννήθηκε με κύριο εκφραστή τον Ροναλντίνιο. Το γήπεδο ήταν γεμάτο, ο κόσμος κυκλοφορούσε με φανέλες της Μπάρτσα και ένας ποδοσφαιριστής έκανε μαγικά που δεν είχαμε ξαναδεί στο ποδόσφαιρο. Έκανε αυτά τα υπέροχα πράγματα. Ο τρόπος που ντρίμπλαρε έκανε τον κόσμο να σηκώνεται απ' τη θέση του. Η θετική του αύρα, το γέλιο του, το χαμόγελό του ήταν μεταδοτικά. Κανείς δεν αντιστεκόταν στο χαμόγελο του. Ούτε οι ξένοι παίχτες ούτε αυτοί της Λα Μασία, αλλά επίσης έβγαλε από το καβούκι του ένα κοντό, ντροπαλό 17χρονο αγόρι που θα γινόταν ο καλύτερος παίχτης στον κόσμο, ο Λίο Μέσι.
Ήρθε στη Λα Μασία σε ηλικία 13 ετών και συνέχισε την πρόοδο του. Είχε τις αρετές να γίνει ο καλύτερος όλων. Διαφορετικός, νεότερος. Δεν θυμάμαι καλά, αλλά πρέπει... να είναι από τη δεύτερή μου χρονιά. Η επιθυμία του να γίνει αυτό που είναι τώρα ήταν τόσο μεγάλη, που έπαιξε σημαντικό ρόλο. Τεράστιο ταλέντο, μεγάλο πάθος για τη νίκη και με τον τρόπο του, ζούσε τον αγώνα σαν να ήταν παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που πάντα κέρδιζε, αλλά και το διασκέδαζε επίσης. Είναι αλήθεια ότι η Μπάρτσα στηριζόταν πάνω του από την αρχή. Η ομάδα τον ήθελε και μελλοντικά το παιδάκι ηλικίας 10, 11 ετών που βλέπουμε στο βίντεο, θα εντυπωσίαζε με τις ικανότητές του. Κάποιος μου είπε, "Δες το παιδί που παίζει τόσο καλά". Τα συνηθισμένα. Ήταν πρωτοφανής. Κάποιος άλλος είπε, "Είναι μικροκαμωμένος". Και άλλος, "Είναι σαν παίχτης για ποδοσφαιράκι". Όλοι είχαν τις επιφυλάξεις τους, αν και όλοι συμφωνούσαν για τη ντρίμπλα και το ταλέντο του. Χωρίς αμφιβολία, πρέπει να υπογράψει. Είναι το κάτι άλλο. Από άλλο γαλαξία. Έκανε διάφορα. Ήταν ξεχωριστός. Σε όλα. Τεχνική, ταχύτητα... Εκτός γηπέδου ήταν πολύ ντροπαλός. Αλλά στο γήπεδο, μεταμορφωνόταν.
Όταν ήρθε ο Λίο ήταν εσωστρεφής, μετρημένος. Δεν μπορούσε να παίξει. Η ομάδα τον βοήθησε ιατρικά για να πάρει ύψος. Η οικογένειά του ήταν στην Αργεντινή. Ήταν ευάλωτο παιδί. Δεν είχε τη στήριξη των αδερφών του, της μητέρας του και του περιβάλλοντος του. Ήταν φυσικό να δυσκολεύεται. Ήταν δύσκολα γιατί ήταν μεγάλη αλλαγή. Στα 13 μου, άφησα την οικογένειά μου, τους φίλους μου, τη χώρα μου. Και ήταν... δύσκολα. Ήμουν τυχερός που ήρθα στη Μπάρτσα, στη Λα Μασία με τόσους καλούς συμπαίχτες στ' αποδυτήρια. Από την πρώτη μέρα, μού φέρθηκαν πολύ καλά. Πήγαινα σχολείο με τα παιδιά από τη Λα Μασία, περνάγαμε όλη τη μέρα μαζί και ήταν πιο εύκολα.
Το μεγαλύτερο κατόρθωμα του Μέσι είναι ότι πάλεψε για να τα καταφέρει. Όταν όλοι αμφέβαλλαν, αυτός συνέχισε και έτσι πέτυχε. Με το να κυνηγήσει το όνειρό του. Γιατί να μην ονειρεύεται ένα παιδί που άφησε την οικογένειά του; Θα ήθελα να παίζω ποδόσφαιρο γιατί μ' αρέσει η χημεία μεταξύ των παιχτών και πώς δουλεύουμε σαν ομάδα. Είναι πολύ ευχάριστο. Μ' αρέσει η κίνηση και πιστεύω ότι είμαι καλός. Θα ήθελα να το εκμεταλλευτώ. Δίνουν καλές πάσες, δεν ντριμπλάρουν. Βρίσκουν χώρο. Αν υπάρχουν ευκαιρίες, θα τις πάρουν. Προσπαθούν για το καλύτερο. Μ' αρέσει όπως πασάρει η Μπαρτσελόνα και η κατοχή της μπάλας. Και όπως κινούνται με τη μπάλα και ξέρω ότι είναι πολύ καλή ομάδα. Είναι η ζωή μου. Η ζωή μου. Έτσι μεγάλωσα. Μου δίνει το πάθος για να σηκωθώ από το κρεβάτι. Και που είμαι καλός culé, βρίσκομαι εδώ από τα 12. Είναι ένα... μοναδικό συναίσθημα. Πόσο φοβισμένος δείχνω. Φαντάζεστε; Δείχνω φοβισμένος. Είναι σαν... Όταν υπογράφεις στη Μπάρτσα, δεν ελέγχεις... Τον φόβο. Σε ξεπερνά. Το μεγαλείο της ομάδας σε πλημμυρίζει. Εδώ είναι τις πρώτες μέρες, απ' τις πρώτες μου φωτογραφίες σαν παίχτης της Μπαρτσελόνα. Ναι, κρατάμε πολλά ενθύμια... Από τότε που ήμασταν αθώα παιδιά.
Η ζωή σού μαθαίνει πολλά, αλλά κάποια παραμένουν. Ήμουν γεμάτος ελπίδες και όνειρα σ' αυτή την ηλικία και όταν μεγάλωσα, εκπλήρωσα τα περισσότερα. Το ποδόσφαιρο είναι ένα εργοστάσιο ονείρων. Κάθε χρόνο, η Μπάρτσα παρακολουθεί 8000 παιδιά ανά τον κόσμο, μέσα από ένα εκτενές δίκτυο σκάουτ που ταξιδεύουν από πόλη σε πόλη ψάχνοντας παίχτες με ταλέντο. Παρακολουθούν χιλιάδες βίντεο, γράφουν χιλιάδες αναφορές και χιλιάδες παίχτες με προοπτικές περνούν από δοκιμές, αλλά πολύ λίγοι θα κληθούν στη Μπαρτσελόνα. Από 8000 παιδιά, καταλήγουμε σε 50, 60, δηλαδή υπάρχει σοβαρό φιλτράρισμα. Και δεν πάνε μόνο από τη Μπάρτσα, αλλά και γονείς προτείνουν τα παιδιά τους γιατί πιστεύουν ότι έχουν το ταλέντο να παίξουν στη Μπάρτσα. Δεχόμαστε πάρα πολλά γράμματα από παιδιά, από γονείς, χιλιάδες γράμματα, βίντεο, απ' το YouTube από ανθρώπου του αθλητισμού. Το βλέπουν σαν μοναδική ευκαιρία. Αν η Μπάρτσα ψάχνει ταλέντα, γιατί να μην είναι το παιδί μου; Όμως αφήνεις πολύ κόσμο πίσω σου. Όταν έρχεται ένας παίχτης, έρχονται γονείς, παιδιά και πολλές φορές μάνατζερ. Και ο πατέρας θέλει να μάθει λεπτομέρειες. Η μητέρα είναι πιο συναισθηματική και το παιδί να κλαίει. Δεν φτάνουν όλοι. Είναι δύσκολο να φτάσεις. Είναι ακόμα πιο δύσκολο να μείνεις.
Έτσι είναι η Μπάρτσα, σαν πυραμίδα και μόνο οι εκλεκτοί και τυχεροί φτάνουν στην κορυφή. Και είναι σκληρό. Είναι σκληρό γιατί είναι παιδιά. Δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα και έχουν έντονα συναισθήματα. Μαθαίνεις την πραγματικότητα της ζωής. Ο ανταγωνισμός, οι παίχτες που θα μείνουν την επόμενη χρονιά. Είναι σκληρό. Όλοι κατάλαβαν ότι ο Μέσι ήταν πολύ καλός με το που ήρθε στη Λα Μασία, όμως η διοίκηση δεν ήθελε να ρισκάρει με ένα μικροκαμωμένο παιδί και ανέβαλαν το συμβόλαιό του. Η κατάσταση αναστάτωσε τους γονείς του Λίο, γιατί έπρεπε να ξέρουν αν θα έμενε ή θα γύριζε στην Αργεντινή. Μέχρι που ο Τσάρλι Ρέσακ έκανε κάτι απρόβλεπτο. Ο πατέρας του και αντιπρόσωπός του ήρθαν και μου είπαν, "Μας δουλεύουν". Και τότε για να τους ηρεμήσω, τους λέω, "Μην ανησυχείτε, κανονίζω εγώ. Φέρτε μου χαρτί να υπογράψω σαν αθλητικός διευθυντής της Μπαρτσελόνα, ότι θα πάρουμε τον Μέσι, αν έρθουμε σε συμφωνία για το οικονομικό". Και υπέγραψα. Θα κάνω ό,τι μπορώ για την υπόθεσή σας. Όμως ποτέ δεν φανταζόμουν ότι η ιστορία με τη χαρτοπετσέτα θα έπαιρνε τόση δημοσιότητα. Να θυμάστε τ' όνομά μου, Λίο Μέσι. Λιονέλ Μέσι. Χαίρομαι που είμαι εδώ με τους συναδέλφους μου. Είναι ξεχωριστή μέρα για μένα.
Η υπογεγραμμένη δέσμευση στη χαρτοπετσέτα θα άλλαζε την πρόσφατη ιστορία της Μπάρτσα. Ο Μέσι μεγάλωσε στην καλύτερη ποδοσφαιρική σχολή και όταν ήρθε η ώρα να μπει στην πρώτη ομάδα, ήταν υπέροχος. Με τον Ροναλντίνιο αρχηγό της ορχήστρας και τον Μέσι ως το νέο ταλέντο, η Μπάρτσα είχε φανταστική ομάδα. Κατέκτησε δύο συνεχόμενα πρωταθλήματα και το δεύτερο Πρωταθλητριών στο Παρίσι.
ΤΕΛΙΚΟΣ ΤΣΑΜΠΙΟΝΣ ΛΙΓΚ 2005-06 ΣΤΑΝΤ ΝΤΕ ΦΡΑΝΣ, ΠΑΡΙΣΙ, 17 ΜΑΪΟΥ 2006
Όμως μετά από τρία αξιοζήλευτα χρόνια, τα πράγματα δεν ήταν τόσο ρόδινα όσο πριν. Βγήκαν δημοσιεύματα για τον Βραζιλιάνο σταρ ότι νυχτοπερπατούσε, έχανε προπονήσεις και ότι είχε κάνει κοιλιά. Η επόμενη μέρα από το όνειρο του Παρισιού είχε φτάσει και ο Φρανκ Ράικαρντ δεν μπορούσε να κάνει κάτι. Μετά τη σεζόν 2007-08, η διοίκηση απέλυσε Ροναλντίνιο και Ράικαρντ. Προς μεγάλη έκπληξη, ο Ράικαρντ αντικαταστάθηκε από τον Πεπ Γκουαρντιόλα. Ένα χρόνο πριν είχε επιστρέψει σαν προπονη
ο Πέπε; Γιατί; Βλέπετε γιατί παραπονιέται ο Μουρίνιο; Στο ιδανικό σενάριο γι' αυτόν που είναι να παίξουν μπουνιές, ο Γκουαρντιόλα κερδίζει.
Τα αντικρουόμενα στιλ του Γκουαρντιόλα και του Μουρίνιο είναι από τα πιο συναρπαστικά στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Είναι άκρως αντίθετα. Είναι και τα δύο πετυχημένα. Αν τα συγκρίνουμε, έχουμε αυτές τις φοβερές μάχες σε διαφορετικές ομάδες.
Τα χρόνια με τις ζωηρές μάχες μεταξύ Μπάρτσα και Ρεάλ ευνόησαν τη Μπάρτσα. Μεταξύ των κλασικών μονομαχιών, οι οπαδοί της Μπάρτσα θυμούνται δύο: Το 2-6 της Μαδρίτης τον Μάιο του 2009 και το 5-0 στο Καμπ Νου τον Νοέμβριο του 2010. Εδώ οι παίχτες της Μπάρτσα ήταν ανώτεροι, με την εντυπωσιακότερη μορφή του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου με απόλυτο έλεγχο της μπάλας. Η αλήθεια είναι ότι αυτά τα παιχνίδια ήταν δύο ακόμα μάχες σε έναν μακρύ πόλεμο μεταξύ δύο αντιπάλων με αμοιβαίο αλληλοσεβασμό. Πιστεύω ότι η μία ομάδα θρέφει την άλλη. Η Μπάρτσα ίσως δεν ήταν τόσο δυνατή χωρίς τη Ρεάλ και το αντίστροφο.
Στην τελική, όταν παίζεις... στο πρωτάθλημα με μια ομάδα σαν τη Ρεάλ, φτάνεις στο όριο και θες να κερδίσεις όλα τα ματς για να πάρεις το πρωτάθλημα. Μετά παίζεις στην Ευρώπη και αυτή η νοοτροπία και η ένταση που χρειάζεσαι για να κερδίσεις είναι ήδη εκεί.
ΤΕΛΙΚΟΣ ΤΣΑΜΠΙΟΝ ΛΙΓΚ 2010-11 ΓΗΠΕΔΟ ΓΟΥΕΜΠΛΕΪ, ΛΟΝΔΙΝΟ, 28 ΜΑΪΟΥ 2011
Όπως θα συνέβαινε λίγους μήνες αργότερα, στις 28 Μαΐου του 2011 στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ απέναντι στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Ήταν ένα από τα καλύτερα παιχνίδια στην ιστορία της ομάδας. Ο αρχηγός Κάρλες Πουγιόλ έκανε μια ενωτική χειρονομία. Έδωσε το περιβραχιόνιο του αρχηγού στον Ερίκ Αμπιντάλ ώστε να σηκώσει το τρόπαιο αυτός. Ο Αμπιντάλ ανάρρωνε από καρκίνο στο συκώτι. Μετά τη χειρονομία του Κάρλες με το περιβραχιόνιο, δεν υπάρχουν... Δεν υπάρχουν λόγια να την περιγράψω. Είναι κάτι που δεν βλέπεις κάθε μέρα στα ομαδικά σπορ. Αυτό συμβολίζει η Μπάρτσα. Είναι παραπάνω από ομάδα, παραπάνω από οικογένεια. Ο Αμπιντάλ πάλεψε με τον καρκίνο δύο φορές. Φάνηκε να τον νικάει την πρώτη φορά, αλλά επανήλθε χειρότερα τη δεύτερη φορά, αναγκάζοντάς τον να δεχτεί μόσχευμα από το συκώτι του ξαδέρφου του. Η δόξα δεν μπορεί να κρύψει την ευπάθεια με τους παίχτες να αντιμετωπίζουν αρρώστιες και τραυματισμούς. Απέδειξα ότι είμαι μαχητής. Και αυτό μου έδωσε δύναμη να αφήσω τον πόνο πίσω μου. Όμως, όπως είπα, το σημαντικό είναι να συνεχίζεις τον αγώνα. Ό,τι και να συμβεί, μην το βάζεις κάτω. Πρέπει να αρπάζουμε τις ευκαιρίες, καλές ή κακές. Έτσι είναι η ζωή για όλους.
Εντωμεταξύ, ο Γκουαρντιόλα, ο μέγας παρακινητής, πάλευε ενάντια σε όλα, ακόμα και στις υψηλές απαιτήσεις του. Το πάθος και η αφοσίωσή του στη δουλειά, ο έλεγχος των πάντων, άρχισε να τον εξαντλεί, σωματικά και ψυχολογικά. Τα εννιά δέκατα της εμμονικότητας σε κάνουν φανταστικό. Αλλά το τελευταίο δέκατο είναι που πρέπει να ελέγξεις. Όταν θα πεις ότι είναι σωστό να τηλεφωνήσεις στο σπίτι ενός παίχτη αν νομίζεις ότι ξενυχτά. Πρέπει να παραβείς τους κανόνες και να πεις "Πού ήσουν το σαββατοκύριακο; Γιατί δεν ήσουν σπίτι;" Αυτά είναι απαραίτητα. Δεν πιάνουν πάντα. Κάποιοι παίχτες θα βγουν. Ένας μεγάλος προπονητής το ελέγχει. Πιστεύω ότι όλοι βαρέθηκαν τον Γκουαρντιόλα για το πόσο απαιτητικός ήταν. Δίαιτα, προπόνηση, προετοιμασία... Η κουλτούρα των απαιτήσεων μπορεί να γίνει ανυπόφορη. Επίσης κατάλαβε ότι είχε χάσει την επιρροή του στον Μέσι και σε άλλους. Όταν βγάζεις λόγο κάθε μέρα, γίνεσαι όλο και πιο αναποτελεσματικός. Όταν συνέβη αυτό, έφυγε.
Στο τέλος της τέταρτης χρονιάς και ενάντια στην επιθυμία όλων, παιχτών, οπαδών και διοίκησης, ο Γκουαρντιόλα αποφάσισε να φύγει από τη Μπαρτσελόνα, προκαλώντας μεγάλη αναστάτωση.
ΚΑΜΠ ΝΟΥ, ΒΑΡΚΕΛΩΝΗ 27 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2012
Ο λόγος είναι απλός. Πάνε τέσσερα χρόνια. Ο χρόνος διαβρώνει τα πάντα. Έδωσα ό,τι είχα και θέλω να ξεκουραστώ. Οι απαιτήσεις ήταν πολλές. Θέλω να έχω πάθος στη ζωή μου, ενέργεια, που είναι αναγκαία... Για να μεταδώσω τόσα πολλά στους παίχτες. Μαθαίνεις πολλά απ' αυτόν. Όποιος θέλει να αντιγράψει μια ιδιοφυΐα δίνει τη δική του ερμηνεία, δεν υπάρχει τέλειο αντίγραφο. Όμως οι αξίες του ποδοσφαίρου του, η αξία της δουλειάς του ήταν... δημιουργικότητα, τόλμη, φιλοσοφία, εξυπνάδα, στιλ, πάθος... νίκη. Τι άλλο θες στο ποδόσφαιρο; Αυτό που με λυπεί είναι η άσχημες αντιδράσεις από τους ηλίθιους, του βάρβαρους που λένε, "Το ποδόσφαιρο που ήσουν υπερήφανος, που ήταν τόσο γοητευτικό". Το ποδόσφαιρό του ήταν το καλύτερο. "Αλλά τώρα δεν δουλεύει. ήταν προϊόν του Πεπ, του Τσάβι, του Ινιέστα και του Μέσι. Ας γυρίσουμε στα βασικά, γρήγορο, δυναμικό ποδόσφαιρο". Για μένα είναι προϊστορική νοοτροπία. Δύσκολα θα επιστρέφαμε στο σκληρό ποδόσφαιρο του παρελθόντος.
Η Μπάρτσα του Γκουαρντιόλα εξήγαγε την ιδέα του σε όλο τον κόσμο. Αντιγράφτηκε και τροποποιήθηκε από πολλούς, όπως η εθνική ομάδα της Ισπανίας που κέρδισε δύο συνεχόμενα Ευρωπαϊκά και το Παγκόσμιο του 2010, χάρη στη συμβολή της πλειοψηφίας των παιχτών της Μπάρτσα. Ο Γκουαρντιόλα ψηφίστηκε καλύτερος προπονητής στον κόσμο. Θέλω να αφιερώσω τον τίτλο στον Τίτο Βιλανόβα. Τον φίλο, συνάδελφο και βοηθό μου. Αυτό είναι για σένα, Τίτο. Για σένα. Ευχαριστώ.
Αντικαταστάθηκε από τον φίλο του, Τίτο Βιλανόβα. Το στιλ που εφηύρε ο Κρόιφ και τελειοποίησε ο Γκουαρντιόλα πέρασε σε καλά χέρια. Ο Τίτο ήταν το δεξί του χέρι, με σημαντικότερο ρόλο απ' αυτόν του βοηθού προπονητή. Ήταν στο ίδιο επίπεδο. Όλες οι αποφάσεις παίρνονταν από κοινού, οπότε δεν υπήρχε διαφορά μεταξύ προπονητή και βοηθού. Δεν ήταν ο τυπικός βοηθός προπονητή. Είχε δυνατό χαρακτήρα, ήταν ευθύς και ειλικρινής. Σου μίλαγε στα ίσια. Και πάνω απ' όλα, ήταν γενναίος. Χρειάζεσαι κουράγιο σαν προπονητής της Μπαρτσελόνα. Δεν είναι κουράγιο, αλλά δεν πρέπει να φοβάσαι να χάσεις ή να πάρεις αποφάσεις.
ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΕΣ ΙΣΠΑΝΙΑΣ 2012-13 ΚΑΜΠ ΝΟΥ, ΒΑΡΚΕΛΩΝΗ, 19 ΜΑΪΟΥ 2013
Ο Τίτο δέχτηκε την πρόκληση να διαδεχτεί τον Γκουαρντιόλα. Το μεγαλύτερό του όνειρο έγινε πραγματικότητα. Τα πήγε περίφημα, οδηγώντας την ομάδα σε ρεκόρ 100 πόντων στο πρωτάθλημα. Η Μπάρτσα συνέχισε να κερδίζει διατηρώντας τις αξίες της, αλλά σε προσωπικό επίπεδο η σχέση του με τον Πεπ Γκουαρντίολα ψυχράνθηκε. Και ακόμα χειρότερα, χτυπήθηκε από μια θανατηφόρα ασθένεια. Ο καρκίνος είναι ένα δραματικό σύμβολο της ήττας. Το τέλος του ονείρου. Είναι δύσκολο να μιλήσω αν ο Τίτο δεν αρρώσταινε. Αν ο Τίτο δεν πέθαινε. Παρόλα αυτά... Πιστεύω ότι ο Τίτο Βιλανόβα ήταν ο τέλειος αντικαταστάτης του Πεπ. Ήταν τέλειος για τη Μπαρτσελόνα. Ο Τίτο Βιλανόβα και ο Πεπ Γκουαρντιόλα δεν έμοιαζαν με κανένα τρόπο. Η αγάπη και η κοινή τους φιλοσοφία για το ποδόσφαιρο, η φιλία τους... Αυτά τους έκαναν να μοιάζουν. Οι προσωπικότητές τους, οι ορέξεις τους... το όραμα για τις ζωές τους... Ήταν πολύ διαφορετικά. Και αυτό έκανε τον Τίτο Βιλανόβα μοναδικό στο να βοηθήσει τη Μπαρτσελόνα όταν έφυγε ο Γκουαρντιόλα. Ο Τίτο Βιλανόβα θα οργάνωνε την αλλαγή. Θα ήταν υγιέστερο για την Μπαρτσελόνα, θα ήταν υγιέστερο για τις ακαδημίες, όμως ήταν μεγάλη απώλεια για τη Μπαρτσελόνα. Είπαν ότι με τον θάνατο του Τίτο έκλεισε ένας κύκλος. Όμως ας μη γελιόμαστε, ο ήλιος ανατέλλει και δύει κάθε μέρα. Ένας κύκλος κλείνει και άλλος ένας ανοίγει. Και όλα βρίσκονται σε ένα συνεχές, μια εξέλιξη από τον πρώτο ήλιο. Ο πρώτος ανέτειλε με τον Γκαμπέρ, έναν λάτρη των σπορ, έναν οραματιστή. Αυτοί που τον ακολούθησαν, έλαμψαν ακόμα περισσότερο.
Η Μπάρτσα έφτασε στο απόγειό της με μια γενιά ταλέντων από τις ακαδημίες, τον Τσάβι, τον Μέσι, τον Ινιέστα, τον Μπούσκετς, τον Πικέ, μαζί με τη συνδρομή ξένων παιχτών, όπως ο Ράκιτιτς, ο Νεϊμάρ και ο Σουάρες. Και με έναν άλλο προπονητή με ιστορία στη Μπάρτσα, τον Λουίς Ενρίκε, που επίσης πιστεύει στο δημιουργικό, τολμηρό ποδόσφαιρο.
ΤΕΛΙΚΟΣ ΚΥΠΕΛΛΟΥ ΙΣΠΑΝΙΑΣ 2014-15 ΚΑΜΠ ΝΟΥ, ΒΑΡΚΕΛΩΝΗ, 30 ΜΑΪΟΥ 2015
Χάρη σε όλους αυτούς, η Μπάρτσα κατέκτησε τον πέμπτο ευρωπαϊκό της τίτλο στο Βερολίνο, απέναντι στη Γιουβέντους το 2015. Μερικές μέρες πριν, είχε κατακτήσει το 27ο Κύπελλο Ισπανίας και το 23ο της πρωτάθλημα. Για πρώτη φορά στην ιστορία, μια ομάδα, η Μπάρτσα, κατάφερε και πάλι να κατακτήσει τους τρεις κύριους τίλους στην ίδια σεζόν.
ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΕΣ ΙΣΠΑΝΙΑΣ 2014-15 ΚΑΜΠ ΝΟΥ, ΒΑΡΚΕΛΩΝΗ, ΜΑΪΟΥ 2015
Η Μπαρτσελόνα έχει κυριαρχήσει στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο και έχει δώσει τροφή στα όνειρα εκατομμυρίων αθλητών και οπαδών σε όλο τον πλανήτη. Ο λόγος που η Μπάρτσα είναι ό,τι είναι... Δεν είναι ο Κρόιφ, δεν είναι ο Γκουαρντιόλα, δεν είναι ο Μέσι, δεν είναι ο Νεϊμάρ, δεν είναι οι παίχτες του παρελθόντος. Είναι η ομάδα. Είναι το αίσθημα μέσα στην ομάδα. Δεν είναι μόνο να παίζεις ποδόσφαιρο, αλλά να παίζεις ωραίο ποδόσφαιρο. Έχει ήθος. Είναι ένα ξεχωριστό μέρος, ένα ξεχωριστό γήπεδο. Είναι από τις μεγαλύτερες ομάδες. Και πάντα θα είναι. Είναι ένα υπέροχο δώρο ότι τα τελευταία 20 χρόνια, έχει σημειώσει τέτοια επιτυχία. Έφερε μεγάλους προπονητές και υπέροχους παίχτες. Και είναι χάρμα οφθαλμών να τους βλέπεις. Είναι η καρδιά της ομάδας που είναι σημαντική. Είναι οι οπαδοί, οι culés. Είναι ο κόσμος που ζει για τη Μπαρτσελόνα.
ΕΙΜΑΣΤΕ Η ΜΠΑΡΤΣΑ
Λέω ότι η Μπαρτσελόνα είναι κάτι παραπάνω από ομάδα. Για ό,τι εκπροσωπεί. Σε επαγγελματικό και ερασιτεχνικό επίπεδο. Προσπάθησε να έχει παρουσία ανά την υφήλιο για να αφήσει... ένα στίγμα, μια παρακαταθήκη... στο πώς βλέπει τα πράγματα, να διδάξει πώς παίζεται το ποδόσφαιρο. Προσπαθεί να αφήσει λίγη Καταλονία σε όλο τον κόσμο, ώστε ο κόσμος να δει πώς νιώθεις εδώ. Μόνο γι' αυτό το λόγο, η Μπαρτσελόνα είναι μοναδική. Πάντα θα είναι παραπάνω από ομάδα. Κάποιοι είναι ακόμα ερωτευμένοι με τη Μπάρτσα και την Καταλονία. Ωραία. Πάνω απ' όλα, η σύγχρονη εποχή της Μπαρτσελόνα, έχει διδάξει παιδιά και προπονητές ότι το ποδόσφαιρο μπορεί να γίνει διαφορετικό, δεν έχει σημασία το ύψος, η δύναμη και η ταχύτητα. Είναι η εξυπνάδα, το ρίσκο, η τεχνική, η τόλμη και η κατοχή της μπάλας. Δεν είναι η καταλανική ταυτότητα και το "παραπάνω από ομάδα". Είναι όταν λέει ο κόσμος, "Έτσι θέλω να παίζω". "Έτσι θέλω να παίζει και να κερδίζει ο γιος μου". Είναι εντυπωσιακό, όμορφο να μπορείς να... ζήσεις αυτά που έζησα στο γήπεδο και... να κάνεις μια φάση ή να βάλεις γκολ και να βλέπεις... τόσο κόσμο να χειροκροτά και να φωνάζει το όνομά μου. Έχω πολλές αναμνήσεις. Από τη Ρώμη, τον τελικό του Παγκόσμιου, το Λονδίνο... Το κύπελλο από τον Καλντερόν... Τον πρώτο χρόνο της καριέρας μου, πριν πολλά χρόνια, μου έδωσαν 4000 πεσέτες. Με τον πρώτο μου μισθό, πήρα μια τοστιέρα στη μαμά μου. Ελπίζω σε μερικά χρόνια κάποιοι από μας να γράψουμε ιστορία.
Υποτιτλισμός: Νίκος Τζερμπίνος